ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ TO ΟΧΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΩΝ ΧΟΡΗΓΩΝ
Πολύ μελάνι έχει χυθεί τα τελευταία χρόνια, πολλή θεωρητική προετοιμασία έχει
γίνει από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και το ΥΠΕΠΘ, πολλή ιδεολογική προσέγγιση
μέσω σεμιναρίων των σχολικών συμβούλων, πολλή διαφήμιση για την εισαγωγή των
νέων διαθεματικών βιβλίων , σαν να πρόκειται για «κοσμογονία» στο επίπεδο της
σχολικής εκπαιδευτικής πράξης.
Κατά πόσον όμως πρόκειται για την απαρχή μιας «αλλαγής» στην εκπαίδευση ;
Πρέπει πριν να σημειώσουμε ότι οι προωθούμενες αλλαγές έγιναν χωρίς πιλοτική
εφαρμογή που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την διερεύνηση των αποτελεσμάτων,
χωρίς ανοιχτό και δημόσιο διάλογο με τα συνδικάτα της εκπαίδευσης και την
κοινωνία , χωρίς ποτέ να έχουν δημοσιευτεί πορίσματα ερευνών από την εφαρμογή
των διαθεματικών προγραμμάτων και της ευέλικτης ζώνης.
Δεν πρόκειται για οργάνωση του αναλυτικού προγράμματος με βάση την διαθεματική
λογική. Διότι τότε θα έπρεπε να καταργηθεί η κάθετη οργάνωση των διακριτών
μαθημάτων και το αναλυτικό πρόγραμμα θα έπρεπε να δομείται με βάση την επιλογή
συγκεκριμένων θεμάτων που θα επεξεργαστούν στην διάρκεια της χρονιάς με
συνεργασία μεταξύ τους οι εκπαιδευτικοί όλων των ειδικοτήτων. Διότι τότε δεν θα
έπρεπε να λαμβάνονται υπόψιν οι διαχωριστικές γραμμές των μαθημάτων , αφού
κύριος σκοπός θα ήταν η διερεύνηση του θέματος. Π.χ. στην αρχή της χρονιάς
επιλέγεται ότι θα εξεταστούν διαθεματικά το Χάνι της Γραβιάς, ο Μότσαρτ και ο
ήλιος. Αυτό θα απαιτούσε την πλήρη ανατροπή - αλλαγή της δομής του αναλυτικού
και ωρολογίου προγράμματος και την γενικευμένη εισαγωγή της ομαδικής-
συνεργατικής μάθησης.
Δεν πρόκειται όμως περί αυτού. Αφού η διαθεματική προσέγγιση προβλέπετε για το
10% των ωρών όλης της χρονιάς (δηλαδή για 4 περίπου ώρες για ένα δίωρο μάθημα),
αυτό δείχνει την «ανώμαλη προσγείωση» της πολυδιαφημισμένης διαθεματικότητας στο
έδαφος της σκληρής εκπαιδευτικής πραγματικότητας.
Αυτό που συμβαίνει είναι μια ψευδεπίγραφη «καινοτομία», μικρής εμβέλειας και
αμφίβολης αποτελεσματικότητας. Το «νέο» πρόγραμμα σπουδών δεν είναι διαθεματικό,
επειδή στηρίζεται στη διδασκαλία διαφορετικών χωριστών μαθημάτων. Οι
προτεινόμενοι τρόποι διαθεματικής προσέγγισης είναι στοιχεία διεπιστημονικής
επαφής με την γνώση. Απλά δηλώνετε με μεγαλύτερη έμφαση από ότι συνήθως, η
πρόθεση για μια δήθεν διεπιστημονική προσέγγιση των διάφορων αντικειμένων (μέσα
από ένθετα που συνυπάρχουν με την κλασσική ανάπτυξη της ύλης ) που όμως έτσι και
αλλιώς υπήρχε από παλιότερα τουλάχιστον σε ορισμένα μαθήματα ( φυσικών
επιστημών). Συνεχίζεται η κάθετη, αυστηρή, κεντρικά προσδιορισμένη, κατανομή
διακριτών μαθημάτων, συνεχίζεται η ίδια δομή αναλυτικού και ωρωλόγιου
προγράμματος.
Η προσπάθεια εισαγωγής νέων διαθεματικών στοιχείων κύρια στο Δημοτικό μέσα από
την ευέλικτη ζώνη και δευτερευόντως στο Γυμνάσιο, δείχνει όμως μια κατεύθυνση –
προοπτική και αντίληψη του ΥΠΕΠΘ και των κυρίαρχων δυνάμεων που εκπροσωπούνται
από την ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ . Αντίληψη την οποία θα πρέπει το συνδικαλιστικό κίνημα
της εκπαίδευσης να αντιμετωπίσει και σε ιδεολογικό επίπεδο αλλά και στο πεδίο
της καθημερινής διδακτικής σχολικής πράξης μέσα από τους συλλόγους διδασκόντων.
Τα «Ενιαία διαθεματικά προγράμματα σπουδών» που προωθείται η εφαρμογή τους :
1) Δεν είναι ενιαία: αφού αναφέρονται σε ένα πολυδιασπασμένο σχολείο με χωριστές
δομές – βαθμίδες (δημοτικό , γυμνάσιο) . Αφήνουν το Λύκειο εκτός προγραμματισμού
και δεν ενδιαφέρονται φυσικά για τους παρίες τους εκπαίδευσης : τα ΕΠΑΛ- ΕΠΑΣ .
Δεν επεμβαίνουν και δεν αντιμετωπίζουν ενιαία τους διάφορους τύπους σχολείων :
Μουσικά, εκκλησιαστικά, πειραματικά, αθλητικά.
2) Δεν είναι διαθεματικά : Γιατί πρόκειται για τα παραδοσιακά αναλυτικά
προγράμματα χωριστών μαθημάτων , που διαχέουν διαθεματικές προσεγγίσεις στα
επιμέρους μαθήματα.
3) Δεν είναι διεπιστημονικά: Γιατί τα όποια υπό διερεύνηση ζητήματα δεν
αντιμετωπίζονται με την αληθινή προσέγγιση διαφορετικών επιστημών με τάση
σύνθεσης, δια-πλοκής ή και ρήξης.
Το νέο πρόγραμμα δεν εντάσσεται στην κατεύθυνση της αλλαγής εκπαιδευτικών δομών
και λειτουργιών οπότε και η πραγματοποίηση των εξαγγελιών του είναι εκ των
πραγμάτων προβληματική. Στηρίζεται σε μια ωφελιμιστική αντίληψη για τη γνώση και
γι αυτό έχει την τάση να μειώνει τις ώρες γενικής παιδείας σαν να πρόκειται για
μια περιττή πολυτέλεια. Στο όνομα της ενιαίας γνώσης περιορίζει την διδασκαλία
διακριτών μαθημάτων και πριμοδοτεί την αποσπασματικότητα. Βρίσκεται σε πλήρη
αρμονία με τις επιδιώξεις του καπιταλισμού στο χώρο της εκπαίδευσης στη σημερινή
εποχή: Οδηγεί τον μαθητή στην εξατομικευμένη γνώση, μέσα από την επεξεργασία
επιμέρους θεμάτων που ο ίδιος ο μαθητής επιλέγει, οδηγεί τον μαθητή στην
αποκάλυψη της «δικής» του αλήθειας και με κριτήριο το αποκλειστικά δικό του
οπτικό πεδίο, οδηγεί στη διάσπαση της συλλογικής συνείδησης, στη δημιουργία
μαθητή ατόμου και όχι πολίτη. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια κ. Αλαχιώτη, πρώην
Προέδρου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, με αφορμή την πρόταση για τη διαθεματική
προσέγγιση της ύλης:
«Στην κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να
αντλούν γνώσεις από πολλές πηγές, οι οποίες είναι, πολλές φορές, πιο επίκαιρες
και πιο έγκυρες από εκείνες που περιέχονται στα σχολικά βιβλία. Από το άλλο
μέρος, ο ρόλος του εκπαιδευτικού μεταβάλλεται συνεχώς στην εκπαιδευτική
διαδικασία. Από αποκλειστική πηγή γνώσης μετατρέπεται σιγά σιγά σε
«διαμεσολαβητή», διευκολύνοντας τους μαθητές να προσεγγίζουν διερευνητικά τη
γνώση και να την κατακτούν αυτοδύναμα. Το σχολείο δεν μπορεί, όμως, να αγνοεί
τις ποικίλες εξωσχολικές υποχρεώσεις των μαθητών που τους επιβάλλουν οι
πιεστικές απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Γι’ αυτό η διαχείριση της
διδακτέας ύλης πρέπει να διέπεται από πνεύμα οικονομίας, με παράλληλη φροντίδα
για την ποιότητα της διδασκαλίας».
Στηρίζεται στην εμπειρική γνώση, στην απόκτηση τεχνικών και όχι στην ολόπλευρη
ανάπτυξη των διανοητικών ικανοτήτων των μαθητών. Πως μπορεί να έχει αποτελέσματα
ένα πρόγραμμα που αναφέρετε σε ένα σχολείο που αποθεώνει την εξεταστική λογική ,
που στηρίζεται και καλλιεργεί τον ανταγωνισμό, που είναι ξένο με την ομαδικότητα
– συνεργασία, που κυριαρχείται από τον ατομικισμό ;
Είναι φανερό ότι αν δεν υπάρξουν αλλαγές στο σύστημα αξιολόγησης του μαθητή ,
στις δομές του σχολείου συνολικότερα, στον υλικοτεχνικό εξοπλισμό, αλλά
παραμείνει ο σημερινός τύπος αξιολόγησης στο Γυμνάσιο (βαθμός, διαγώνισμα
τριμήνου, τελικό διαγώνισμα) μάλλον οι μαθητές και εκπαιδευτικοί θα στραφούν
προς την παραδοσιακή διδασκαλία και μάθηση αυτού που εξετάζεται. Όσο
αντιμετωπίζουν το σχολείο όχι σαν χώρο μάθησης αλλά σαν εξεταστικό κέντρο και
σαν επιλεκτικό μηχανισμό απονομής απολυτηρίων, βραβείων και διπλωμάτων κανένα
πρόγραμμα σπουδών από μόνο του ως δια μαγείας δεν μπορεί να οδηγήσει σε
αλλαγές-ανατροπές στις συνειδήσεις εκπαιδευτικών – μαθητών.
Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρόταση του ΕΣΥΠ για την αποκέντρωση των
εκπαιδευτικών υπηρεσιών για την Δευτεροβάθμια εκπαίδευση προτείνεται στο
αναλυτικό πρόγραμμα να υπάρχει ζώνη ελεύθερων δραστηριοτήτων κατά το 1/3 του
προγράμματος. Το μέρος αυτό του προγράμματος θα ρυθμίζεται σε επίπεδο σχολικής
μονάδας με βάση τις «ανάγκες» των μαθητών και θα δουλεύεται με βάση την
διαθεματικότητα και την ευέλικτη ζώνη. Διότι κατά το ΕΣΥΠ αυτό θα συνδέει την
σχολική κοινότητα με την τοπική αγορά και θα είναι προσαρμοσμένο σε αυτήν . Πέρα
από το ότι αυτό θα οδηγεί σε διαφοροποιημένα αναλυτικά ανισότιμα προγράμματα ,
είναι φανερό ότι το εργαλείο για το μελλοντικό σχολείο των χορηγών είναι τα
προγράμματα διαθεματικότητας που θα τυποποιούν την γνώση θα την προσαρμόζουν
στους «στόχους» της τοπικής κοινωνίας, που θα παράγουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Με τα Νέα Αναλυτικά Προγράμματα και βιβλία επιχειρείται η σφοδρότερη τα
τελευταία χρόνια επίθεση αποδιοργάνωσης της σκέψης των μαθητών. Τα διαθεματικά
προγράμματα διδασκαλίας στο όνομα της ενιαιοποίησης της γνώσης και της ολιστικής
μάθησης αποτελούν την αποθέωση της αποσπασματικότητας μέσα από μια μηχανιστική
παράθεση και συγκόλληση ασύνδετων πληροφοριών, που θα οδηγήσει σε νέα έξαρση το
λειτουργικό αναλφαβητισμό. Στόχος των νέων βιβλίων και των νέων προγραμμάτων
είναι η προετοιμασία και αναπαραγωγή ενός εργαζόμενου, που όχι μόνο θα
αποδέχεται ένα ακόμη πιο σκληρό σύστημα εκμετάλλευσης, αλλά και θα το
υποστηρίζει ενεργά.
Με αυτόν τον τρόπο καταλήγουμε στο να καταρρακώνεται η παιδαγωγική ελευθερία ,
να ακυρώνεται η ελεύθερη, ανεμπόδιστη, πρόσβαση, καλλιέργεια νέων εκπαιδευτικών
πρακτικών και το άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία και όχι στην αγορά. Διότι,
γιατί να έρθει μια επιχείρηση της τοπικής αγοράς σε συνεργασία με το σχολείο ,
αν δεν έχει βλέψεις να ελέγξει το «προϊόν» μέσα από την επέμβαση στο αναλυτικό
πρόγραμμα του σχολείου και εξ αυτού να αναπαράγει το κεφάλαιό της , να αντλήσει
τα αυριανά της στελέχη;
Τον ίδιο ακριβώς στόχο έρχεται να εξυπηρετήσει η καθιέρωση της βάσης του 10 για
την είσοδο σε ΑΕΙ-ΑΤΕΙ καθώς και η δημιουργία των ΕΠΑΛ- ΕΠΑΣ με απώτερο σκοπό
την επέκταση της πρόωρης κατάρτισης και την υποβάθμιση της ποιότητας των σπουδών
και της γενικής μόρφωσης.
Τον ίδιο ακριβώς στόχο έρχεται να εξυπηρετήσει και η εμμονή στην
αξιολόγηση-χειραγώγηση του εκπαιδευτικού. Διότι «πιστοποποιημένοι» μαθητές
μπορούν να υπάρξουν μόνο από «πιστοποιημένους» εκπαιδευτικούς και μάλιστα όχι με
κριτήρια αμιγώς εκπαιδευτικά αλλά με βάση την συμμόρφωσή τους στον νέο
προσανατολισμό του σχολείου των χορηγών.
Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι ανακύπτουν τα ερωτήματα : τι σχολείο θέλουμε
και για ποιο σκοπό ; ποια μαθήματα, δηλαδή ποιες γνώσεις-δεξιότητες, με ποια
κριτήρια, ποιος τα ορίζει και για ποιον ; Τι τύπο ανθρώπου-μαθητή επιδιώκουμε
και για ποιο σκοπό;
Το εκπαιδευτικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι υποχρεωμένο, για να μπορέσει να
υπάρξει στις νέες μεταβαλλόμενες συνθήκες, να εγκαταλείψει τον
στείρο-μονόπλευρο-κυρίαρχο προσανατολισμό του στα οικονομικά ή εργασιακά
«κλασσικού» τύπου αιτήματα και να αναδείξει παράλληλα τα ζητήματα
προσανατολισμού και περιεχομένου της εκπαίδευσης .Μόνο έτσι θα μπορέσει πλέον να
αναδείξει τον ευρύ κοινωνικό του ρόλο, να δείξει ότι τα εκπαιδευτικά προγράμματα
δεν είναι κοινωνικά ουδέτερα, να στηρίξει συμμαχίες και μέτωπα με
πανεκπαιδευτικό περιεχόμενο ευρύτερα στην κοινωνία και φυσικά να ανεβάσει το
χαμηλό επίπεδο αξιοπιστίας του και στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς.
Μιλώντας από τη σκοπιά της πρότασης για δημόσιο δωρεάν ενιαίο 12χρονο σχολείο
θεωρούμε ότι : Για να είναι πράγματι ενιαίο το πρόγραμμα σπουδών πρέπει να
στηρίζεται σε ένα πραγματικά Ενιαίο σχολείο, ενιαίο ως προς τη δομή , λειτουργία
, φυσιογνωμία, στόχους. Ένα σχολείο δηλαδή που θα διαπνέεται από ενιαία
ιδεολογική διαπαιδαγωγητική επιστημονική φυσιογνωμία. Που θα αρνείται το
συνοθύλευμα τυχαίων θεμάτων , όσο και την απόλυτα στενή αντιστοίχηση κάθε
μαθήματος με την επιστήμη. Που θα θέτει σε προτεραιότητα την ενότητα της γνώσης
ενώ συγχρόνως θα την συνδέει με την κοινωνική και φυσική πραγματικότητα στην
οποία ζει ο μαθητής. Πού θα έχει σκοπό να παρέχει ευρύτατη γενική παιδεία,
τέτοια που να παρέχει τα απαραίτητα εργαλεία για να αποκτήσουν οι μαθητές
σφαιρική αντίληψη για τα φυσικά – κοινωνικά φαινόμενα και την εξέλιξή τους. Ένα
σχολείο, πού χωρίς να μας διαφεύγει, ότι αλλάζει τελικά αλλάζοντας την κοινωνία,
δεν θα αντικαθιστά τη γνώση από την πληροφορία, τις επιστημονικές δεξιότητες από
τις επικοινωνιακές τεχνικές, ένα σχολείο που θα στηρίζεται στην ισορροπία
θετικών και ανθρωπιστικών σπουδών, που θα στηρίζεται στην αντίληψη ότι η
πνευματική και διανοητική εργασία δεν μπορούν να διαχωριστούν και ότι η ιστορική
πορεία της ανθρωπότητας προκύπτει μέσα από τις κοινωνικοπολιτικές συγκρούσεις ,
που κυρίαρχο χαρακτηριστικό του θα είναι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, μακριά
από συγκυριακές ταξικές, πολιτικές, ιδεολογικές , φυλετικές, θρησκευτικές ή
άλλες σκοπιμότητες.
Πυλαρινός Ηρακλής , φυσικός 2ου Γυμνάσιου Πάτρας
Μέλος της Εκπαιδευτικής Παρέμβασης της Α΄ Ελμέ Αχαΐας