Το περίφημο κρυφό σχολείο της τουρκοκρατίας

είναι απλούστατα ένα ιστορικό ψέμα...

 

του Δημήτρη Δαμασκηνού

   Ως τις αρχές του 18ου αιώνα βασίλευε όχι μόνο η κοινωνική αθλιότητα αλλά και σαν αντίλαλός της, η αμάθεια και το πνευματικό σκοτάδι. Σχολεία, αν εξαιρέσουμε την Πατριαρχική Σχολή της Πόλης, δεν υπήρχαν. Ο ελληνικός λαός είχε καταλήξει στο ύστατο σκαλοπάτι της αμάθειας. Ειδικότερα για τις περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς περιγράφεται στηνΕλληνικήν Νομαρχίαν (1806) του Ανωνύμου του Έλληνος η κατάσταση μορφωτικής και πνευματικής παρακμής ως εξής:

 

«Αι επιστήμαι, όπου πρότερον ήνθιζον άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία εσφραγίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν (=θετικές επιστήμες) εξωρίσθησαν, άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο, ει μη τα πονήματα των ιερέων και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, εστερημένοι όμως από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι, μεμεθυσμένοι από την αμάθειαν και την δεισιδαιμονίαν.»

 

Οι επαναστάτες υποτίθεται πως ορκίζονται και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τάχα τη σημαία του Αγώνα (Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη).

   Η παράδοση αναφέρει πως υπήρχαν τα κρυφά σχολειά. Η τέτοια παράδοση δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα: είναι ρομαντικής έμπνευσης κατασκευή στο τέλος του 19ου αι. και προσφερόταν αποκλειστικά για ιδεολογική χρήση, όπως άλλωστε και η επιλογή με το Β. Δ. του 1838 της 25ης Μαρτίου ως ημερομηνία έναρξης του επαναστατικού αγώνα[1]. Κρυφό σχολειό δεν υπήρχε πουθενά. Αυτό είναι ένα ιστορικό ψέμα πού δημιουργήθηκε αμέσως μετά την Επανάσταση,μαζί με το «Φεγγαράκι μου, λαμπρό ...», αυτό το ευρύτατα διαδομένο παιδικό τραγουδάκι - νανούρισμα που θεωρήθηκε ότι περιγράφει τα παιδιά που έτρεχαν νύχτα στα όρη και στα βουνά, μες στους λύκους, να πάνε κρυφά απ’ τους Τούρκους στο γειτονικό μοναστήρι, να μάθουν γράμματα. Κι όμως, στους βασικούς συλλογείς του τραγουδιού[2] δε γίνεται ο παραμικρός συσχετισμός με κρυφό σχολειό[3].

 

Το Κρυφό σχολειό, πίνακας του Νικολάου Γύζη (1886)

 

  Κορύφωση της διαδρομής του μύθου και αποκρυστάλλωσή του αποτελεί ο σχετικός πίνακας του Νικολάου Γύζη το 1886, και το ποίημα που εμπνέεται από αυτόν το 1899 ο Ιωάννης Πολέμης («Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά...»). H οπτικοποίηση πια του«κρυφού σχολειού» μαζί με τη συστηματική διδασκαλία του ποιήματος από τα σχολικά βιβλία εγκαθιστούν οριστικά στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση έναν μύθο οπωσδήποτε γοητευτικό, τέκνο της μεγαλύτερης έξαρσης του ρομαντικού φιλελληνισμού και γενικότερα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα. που τον συντηρεί και τον υπερασπίζεται, με νύχια και με δόντια και με λογοκριτικές παρεμβάσεις, προπάντων η Εκκλησία με σκοπό βέβαια να στιγματιστεί η τουρκική βαρβαρότητα, αλλά και να εξαγνισθεί η ίδια η ιεραρχία της από τα χιονοστιβάδα των ανομημάτων της κατά την διάρκεια της δουλείας (αφορισμοί, σιμωνία, συνεργασία με τον κατακτητή κτλ), αφού σ’ αυτόν ειδικά το μύθο επιχειρείται να εμφανιστεί σαν αυτονόητος ο εθνοσωτήριος ρόλος της κατά την τουρκοκρατία και τον Αγώνα. Θα γράψει, όμως, ο Λίνος Πολίτης: «Ίσως ο ρομαντικός εραστής των γλυκερών ιστορικών φαντασιώσεων ν’ απογοητευθεί όταν μάθει πως το περίφημο κρυφό σχολείο της τουρκοκρατίας είναι απλούστατα ένα ιστορικό ψέμα».

    Ο αξιόλογος αυτός συγγραφέας είναι τόσο απόλυτος, γιατί οι μαρτυρίες είναι συντριπτικές εναντίον των ρασοφόρων και ελληνορθοδόξων πλαστογράφων της ιστορικής πραγματικότητας: Ο Γιάννης Βλαχογιάννης έγραψε πως κατά τις πολύχρονες μελέτες του δεν βρήκε καμία ιστορική μαρτυρία, που να θεμελιώνει την ύπαρξη τού κρυφού σχολείου[4]:«Ανάμεσα σ’ όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολειού, όμως ούτ’ εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίποτα που να κάνει λόγο για το σκολειό...». Και ο ίδιος συγγραφέας συμπληρώνει: «ποτέ ο Τούρκος ο αγράμματος δεν μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνει...»

    Ο Κων. Παπαρρηγόπουλος τίποτε δεν αναφέρει σχετικά στην ιστορία του. Ο Γιάννης Κορδάτος παρατηρεί ότι: «η παράδοση πώς υπήρχαν τάχα ‘κρυφά σχολειά’ από τον φόβο των Τούρκων, είναι ολότελα φτιαχτή και δεν έχει καμιά σχέση με την ιστορική πραγματικότητα» [5].

Image΄Eλληνας ιερέας, 1715.

   

   Η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του «κρυφού σχολειού» δεν περιορίζεται στο Λίνο Πολίτη, στοΓιάννη Βλαχογιάννη, τον Κων. Παπαρρηγόπουλο και το Γιάνη Κορδάτο. Όλοι σχεδόν οι σοβαροί επιστήμονες και ερευνητές, παλιότεροι και νεότεροι[6] συμφωνούν πως «κρυφό σχολειό» ποτέ δεν υπήρξε στην Τουρκοκρατία. Ποια ανάγκη όμως έχουμε άλλων μαρτύρων, όταν ο ίδιος ο Κοσμάς ο Αιτωλός βεβαίωνε σε γράμμα του προς τον αδελφό του Χρύσανθο, γύρω στα 1775:

«Έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια δια κοινά γράμματα».

    Ακόμη ο λόγιος και κληρικός Νεόφυτος Βάμβας, που έζησε από κοντά τα γεγονότα, ήταν ασφαλώς πιο αρμόδιος νά διατυπώσει γνώμη πάνω σ’ αυτό το επίμαχο θέμα. Η μαρτυρία του είναι αποκαλυπτική: «Είτε από αδιαφορία, είτε ως αρχή, η Υψηλή Πύλη ποτέ δεν εναντιώθηκε στην αναγέννηση των γραμμάτων στην Ελλάδα. Οι πιο πραγματικοί εχθροί σ’ αυτήν την ευτυχισμένη αποκατάσταση βρίσκονται μέσα στους κόλπους μας. Κι αν οι προσπάθειές μας κατορθώσουν να δαμάσουν τις προκαταλήψεις ή την αδιαφορία αυτού τού πανίσχυρου κλήρου, πού αποτελεί σήμερα το πρώτο σώμα τού ελληνικού έθνους, πολύ λίγα θα απομένουν να γίνουν προκειμένου για τούς Τούρκους»[7].

    Αυτή η εντυπωσιακή μαρτυρία για τις τραγικές ευθύνες του ανώτερου κλήρου όσον αφορά στην κατάσταση της παιδείας τους δύο πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας, έρχεται να προστεθεί στις παρατηρήσεις του λόγιου ιερέα της γερμανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Σολομών Schweigger που γύρω στο 1580 κάνει λόγο για την ευθύνη του πατριαρχείου: «Επιτρέπεται η ίδρυση κατώτερων σχολείων, αλλά αυτά διευθύνονται κακώς, υπεύθυνος δε είναι ο πατριάρχης, που δεν ενεργεί κατά το καθήκον του. Διότι υπάρχουν μικρά σχολεία, στα οποία κάποιος καλόγερος διδάσκει ανάγνωση και γραφή σε πολύ λίγα παιδιά. Εάν ένας μαθητής έχει όρεξη για ανώτερη μόρφωση, πρέπει να ενεργήσει ο ίδιος και να υποβληθεί σε μεγάλες θυσίες. Εάν δε λάβει κανείς υπόψη την καλή διάθεση του λαού, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα είχαν θαυμάσια αποτελέσματα τα καλά εκείνα σχολεία (εάν υπήρχαν), εις τα οποία θα διδάσκον ταν οι τέχνες και οι επιστήμες, η Αγία Γραφή κλπ».

    Αλλά και πολύ πριν από τον Schweigger, ο Μάρκος Μουσούρος, ο Αρσένιος Αποστόλης, ο Παχώμιος Ρουσάνος, ο Μάξιμος Πελοποννήσιος κ.α. επισήμαναν και στηλίτευσαν με δριμύτητα την αδιαφορία, και όχι σπάνια την εχθρότητα του κλήρου, των αρχιερέων κυρίως, για την ανώτερη μόρφωση και την παιδεία γενικά. Το 1590 μάλιστα ο Λεόντιος Ευστράτιος καταγγέλλει στον Κρούσιο την εξής συγκεκριμένη περίπτωση: «Ο ελληνικός κλήρος και οι επίσκοποι είναι στην πλειονότητα τους απαίδευτοι, και προ ετών αντέδρασαν, όταν ο πατριάρχης Ιερεμίας ηθέλησε να εισαγάγη σχολεία, παιδεία και τυπογραφία στην Ελλάδα, γιατί φοβούνται ότι θα παραγκωνισθούν κατόπιν για την απαιδευσία τους».

    Αλλά ο φόβος του παραγκωνισμού σίγουρα δεν ήταν η κύρια αιτία, όπως νομίζει ο Λεόντιος. Η ερμηνεία του φαινομένου πρέπει να αναζητηθεί στη δυσπιστία, πολλές φορές και στην ανοιχτή εχθρότητα που έτρεφε το πανίσχυρο εκκλησιαστικό κατεστημένο – ιδίως μετά το ησυχαστικό κίνημα – για την κοσμική και τη «θύραθεν» παιδεία, μα και γενικότερα στα πολιτιστικά ιδεώδη της Δύσης. Η εκκλησιαστική ιεραρχία, λοιπόν, αυτό το κύριο στήριγμα της φεουδαρχικής αντίδρασης και της ιδιοτελούς εθελοδουλείας, όχι μόνο δεν οργάνωσε την εκπαίδευση των υπόδουλων Ελλήνων και μάλιστα κάτω από συνθήκες παρανομίας και απαγορεύσεων από το Οθωμανικό καθεστώς, μα και λειτούργησε συνειδητά σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας ως «φωτοσβέστης» και στα χρόνια της πνευματικής αναγέννησης του νέου ελληνισμού ως απηνής διώκτης κάθε συγχρονισμένης παιδευτικής κίνησης.

    Ο πίνακας του Γύζη, λοιπόν, απεικονίζει για το ορθόδοξο εκκλησιαστικό κατεστημένο ένα ζωτικό ψεύδος. Για ποιο λόγο, άλλωστε, ο τούρκος δυνάστης να ενοχληθεί από την ύπαρξη σχολείων; Τι είναι εκείνο που θα μπορούσε να τον ανησυχήσει από την ενασχόληση ενός μικρού σχετικά μέρους του πληθυσμού με τα γράμματα; Ασφαλώς η περιορισμένη έκταση που μπορούσε να έχει την εποχή εκείνη η καλλιέργεια των γραμμάτων δεν θα πρέπει να είχε ως ενδεχόμενο την παραμέληση της καλλιέργειας της γης. Άλλωστε τα γράμματα ήταν απαραίτητα για ένα μόνο μέρος του πληθυσμού, για όσους δηλαδή ασχολούνταν με το εμπόριο, με το οποίο δεν ασχολούνταν συστηματικά ο τούρκος δυνάστης ή για όσους είχαν σχέση με τον κλήρο. Γι’ αυτό εδώ κι εκεί στα μεγάλα κέντρα, όταν τύχαινε μερικοί ιερωμένοι να ξέρουν λίγα γράμματα μάθαιναν κάποια παιδιά γραφή και ανάγνωση, δηλαδή κάποια κολυβογράμματα, με το Ψαλτήρι το Οκτωήχι και τα άλλα λειτουργικά βιβλία της εκκλησίας. Ελάχιστοι όμως από τους δασκάλους, ιερείς ή μοναχούς, ήταν σε θέση να κατανοήσουν τα βιβλία αυτά. Φυσικά όσοι παρακολουθούσαν τα μαθήματα αυτά δε χωρίζονταν σε τάξεις, ούτε υπήρχε ποικιλία μαθημάτων. Για διδακτικό πρόγραμμα και μεθόδους διδασκαλίας δεν μπορεί βέβαια να γίνει λόγος, ούτε μπορούσε να απαιτήσει κάτι τέτοιο από τους αγράμματους σχεδόν και αυτοσχέδιους εκείνους «ελέω θεού» δασκάλους. Γι’ αυτό και τα αποτελέσματα ήταν συνήθως απογοητευτικά. Κάποιος «απόφοιτος» των σχολείων εκείνων π.χ. σημειώνει σε έναν κώδικα το εξής δίστιχο κάτω από την υπογραφή του:

«Χρόνους επτά εσπούδασα κι ιδές το σπούδαγμά μου

μόλις μπορώ κουτσά – στραβά να γράψω τόνομά μου»

    Χαρακτηριστικά είναι και όσα γράφει ο Νικόλαος Σοφιανός στον επίλογο της Γραμματικής του (μέσα του 16ου αι.) για την οποία έχει γίνει ήδη λόγος: «Και μηδέν ξαφορμίζεται τινάς λέγοντας ότι είναι πτωχός ή δεν έχω καιρόν να μαθαίνω γραμματικαίς, αμή σώνει μου να διαβάζω καλά και να καναλαρχώ και να γράφω και νάχω πράξιν εις τα κολυβογράμματα. Και λογάριασαι πόσους χρόνους με τους δασκάλους οι νέοι κάθοντ’ επί τα σχολεία να παιδεύονται νύκτα και ημέρα μόνο να γράφουν ή να διαβάζουν, και οι περισσότεροι γενειάζουν εις το σχολείον και ακόμη κάν να καναλαρχούν ή να διαβάζουν καλά δεν προκόφτουν».

    Κύριος σκοπός αυτών των υποτυπωδών «σχολείων» ήταν να βρουν ψάλτες και παπάδες. Ο σκοπός αυτός υποδηλώνεται και σε κάλαντα της εποχής:

Κι αν έχεις γιο στα γράμματα, βαλ’ τον και στο Ψαλτήρι

του χρόνου σαν και σήμερα να βάλει πετραχήλι[8].

    Αυτά λοιπόν τα κατώτερα μα και τα ελάχιστα μέσα σχολεία δεν απέβλεπαν κυρίως στη μόρφωση αλλά στη διάδοση της θρησκευτικής κοσμοαντίληψης στην κοινωνία. Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει σχετικά ο Κοσμάς ο Αιτωλός:

«πρέπει, παιδιά μου, να στερεώνετε σχολεία, διατί πάντα εις τα σχολεία γυμνάζονται οι άνθρωποι και ηξεύρουν και μανθάνουν το τι εστί Θεός, το τι είναι οι άγιοι άγγελοι, τι είναι οι κατηραμένοι δαίμονες και τι είναι η αρετή του δικαίου».

    Τα μαθήματα αυτά γίνονταν όχι βέβαια σε ξεχωριστά κτίρια – τέτοια οι κοτζαμπάσηδες δεν έχτιζαν - αλλά στο νάρθηκα ή στα κελιά των εκκλησιών. Να τι γράφει στα 1939 ο Μ. Γεδεών: «η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την χριστιανικήν θρησκείαν, εγίνωσκεν ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν»[9].

    Όχι μόνο δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη κρυφών σχολειών, αλλά ίσα - ίσα όλα δείχνουν πως ήταν ελεύθερη η εκπαίδευση. Και δεν μιλούν μονάχα «νεωτεριστές», αλλά και γνωστοί πρόμαχοι της ορθοδοξίας, όπως ο ίδιος ο μέγας χαρτοφύλακας και χρονογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όταν σημειώνει κατηγορηματικά: «Μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνω εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων [...] βεζίρην ή Αγιάνην, ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν, ή οικοδομήν, τούθ’ όπερ ηδύνατο να συμβή κατόπιν καταγγελίας Χριστιανού τινος, απεριτμήτου Τούρκου, καθώς ωνόμαζον αυτούς»[10]

    Η τουρκική εξουσία, λοιπόν, δεν εμπόδιζε τα σχολεία για να είναι κρυφά. Τα προνόμια του Πατριαρχείου ήταν πολλά και σπουδαία, αφού μπορούσαν οι ραγιάδες να έχουν σχετικά ευρεία αυτοδιοίκηση. Αυτά γράφει το 1939 ο «του ανατολικού κλίματος» λόγιος Μ. Γεδεών. Και στα 1873, στα Ιστορικά περί της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ο Δημητσανίτης Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματικός του Κολοκοτρώνη και έτσι βασικός ιστορικός του Αγώνα, γράφει ότι κατά την τουρκοκρατία: «η λατρεία των χριστιανών εξησκείτο ελευθέρως και δημοσία και επροστατεύετο μάλιστα και από τους Τούρκους [...] επροστατεύετο δε και ελευθέρως ενηργείτο και η εκπαίδευσις».

    Το ειδικό βάρος αυτής της μαρτυρίας είναι ότι ο Οικονόμου σπούδασε αρχικά στη σχολή της πατρίδας του. Και η σχολή της πατρίδας του ήταν η Μονή Φιλοσόφου. Και στη Μονή Φιλοσόφου λειτουργούσε, κατά τον θρύλο, ένα από τα περιφημότερα - και βασικά για τη δημιουργία και την καλλιέργεια του μύθου - κρυφά σχολειά. Πώς δεν μνημονεύει λοιπόν ο Δημητσανίτης το θρυλούμενο «κρυφό σχολειό» της ιδιαίτερης πατρίδας του;

    Έτσι κι αλλιώς, ούτε η ιστορία αλλά ούτε και η κοινή λογική μπορεί να συνδέσει την απαγόρευση αυτών που θα λέγαμε σήμερα «δημοτικά σχολεία» - που ήταν περίπου αυτοσχέδια και υποτυπώδη, όπως σ’ ολόκληρη την Ευρώπη την εποχή εκείνη - με την απρόσκοπτη λειτουργία ανώτερων εκπαιδευτηρίων κ