Η Λειτουργία της Επιλογής στη Νεοφιλελεύθερη Εκπαιδευτική Πολιτική
Εμπειρική έρευνα σε σχολεία του Ηνωμένου Βασιλείου

 

Κώστας Ν. Θεριανός

Την περασμένη δεκαετία, έγιναν εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις σε διάφορες χώρες με κυρίαρχα χαρακτηριστικά:
- τη διοικητική αποκέντρωση των σχολείων μέσω της παροχής διοικητικής αυτονομίας σε επίπεδο σχολικής μονάδας,
- την παροχή της δυνατότητας στους γονείς να επιλέγουν το σχολείο που θα παρακολουθήσουν τα παιδιά τους (parental choice),
- τη χρηματοδότηση των σχολείων με κριτήριο τον αριθμό των μαθητών που εγγράφουν.
Οι χώρες στις οποίες έγιναν μεταρρυθμίσεις σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η Αγγλία, η Ουαλία, οι Η.Π.Α., η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Σουηδία. Η εκπαιδευτική πολιτική της κάθε χώρας έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και παραμέτρους, των οποίων η αναλυτική παρουσίαση ξεφεύγει από τα πλαίσια της εισήγησης. Η χρηματοδοτική αποκέντρωση στην Αγγλία και την Ουαλία έχει ολοκληρωθεί, στη Νέα Ζηλανδία βρίσκεται στην αρχή, ενώ στις Η.Π.Α. έχουν εμφανισθεί και άλλες μορφές αποκέντρωσης όπως τα ανάδοχα σχολεία (charter schools). Όμως, το κοινό σημείο που χαρακτηρίζει τις νεοφιλελεύθερες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν και γίνονται σε αυτές τις χώρες είναι η αναδιανομή της εξουσίας ανάμεσα στο κράτος, την τοπική αυτοδιοίκηση, τα σχολεία, τους γονείς και η αλλαγή του τρόπου χρηματοδότησης των σχολικών μονάδων.
Το κύριο επιχείρημα των κυβερνήσεων για τις μεταρρυθμίσεις αυτές είναι ότι αν το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργήσει σε συνθήκες ανταγωνισμού όπου το κάθε σχολείο θα προσπαθεί να προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες από τα άλλα προκειμένου να προσελκύσει περισσότερους μαθητές, τότε θα βελτιωθεί η ποιότητα του.
Η εισήγηση αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται το νομοθετικό πλαίσιο της πολιτικής της ελεύθερης επιλογής σχολείου στη Μεγάλη Βρετανία και αναλύεται κριτικά η θεωρητική του βάση. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται τα ευρήματα έρευνας που έγινε το σχολικό έτος 1999-2000, στα 11 δευτεροβάθμια Ενιαία Σχολεία (comprehensive schools) της πόλης του York (Μεγάλη Βρετανία), όπου έχει εφαρμοσθεί επί μια δεκαετία, η πολιτική της εκπαιδευτικής αγοράς. Σκοπός της εμπειρικής έρευνας είναι η παρουσίαση και ανάλυση των ευρημάτων σχετικά με τη λειτουργία και τις κοινωνικές επιπτώσεις της επιλογής σχολείου (parental choice).
Το δικαίωμα της επιλογής σχολείου και η εφαρμογή του στη Μεγάλη Βρετανία
Ο Εκπαιδευτικός Νόμος 1988 (Education Act 1988) με μέτρα εισήγαγε:
– Ένα Εθνικό Αναλυτικό Πρόγραμμα (National Curriculum), το οποίο προσδιορίζει γνωστικά αντικείμενα που θα διδαχθούν, χωρίς όμως να δεσμεύει τον εκπαιδευτικό στο διδακτικό υλικό που θα χρησιμοποιήσει για τη διδασκαλία τους.
– Την εισαγωγή ενός εθνικού συστήματος αξιολόγησης των μαθητών στις ηλικίες των 7, 11, 14 και 16 ετών που δίνει τη δυνατότητα ύπαρξης πινάκων σχετικά με την επίδοση των μαθητών κάθε σχολείου σε συγκρίσιμη εθνική κλίμακα.
– Την υποχρέωση κάθε σχολείου να δημοσιεύει στοιχεία για τα μαθήματα που προσφέρει, τις ευρύτερες δραστηριότητες του, την κατάσταση της υλικοτεχνική του υποδομής, το πώς προσπαθεί να διδάξει το αναλυτικό πρόγραμμα, την πρόοδο των μαθητών του, τις αναφορές των επιθεωρητών που το έχουν επισκεφθεί.
– Τη δημοσίευση εθνικών πινάκων με την επίδοση των μαθητών κάθε σχολείου, ώστε κάθε γονιός να μπορεί να επιλέξει το καλύτερο σχολείο για το παιδί του.
– Τέλος, το άρθρο 38, παράγραφος 3b του Νόμου, ορίζει ότι η χρηματοδότηση του σχολείου θα γίνεται per capita, ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών που συγκεντρώνει. (Maclure, 1992, Chitty, 1992).
Η Margaret Thatcher σχολιάζοντας τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε στο αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα ο Νόμος του 1988 γράφει:
«Εισαγάγαμε την ανοικτή εγγραφή, η οποία επέτρεψε στα δημοφιλή σχολεία να αναπτυχθούν. Η ανοικτή εγγραφή διεύρυνε τις επιλογές των γονιών και εμπόδισε τις τοπικές αρχές να θέτουν όρια στην ανάπτυξη των καλών σχολείων προκειμένου να κρατήσουν ανοικτά τα αποτυχημένα σχολεία. Ουσιώδες στοιχείο της μεταρρύθμισης μας ήταν η χρηματοδότηση του σχολείου ανά μαθητή, δηλαδή τα χρήματα που διέθετε το κράτος σε κάθε μαθητή τον ακολουθούσαν όποιο σχολείο και αν επέλεγε να παρακολουθήσει. Με αυτό τον τρόπο, οι γονείς ψήφιζαν ανάλογα με το σχολείο που επέλεγαν για το ποιο σχολείο είναι καλό. Το καλό σχολείο κέρδιζε μαθητές. Το κακό σχολείο θα έπρεπε ή να βελτιωθεί ή να κλείσει. Έτσι, προχωρήσαμε σε μια δημόσια μορφή εκπαιδευτικού κουπονιού» (M. Thatcher, 1993, p. 591).
H πολιτική της Thatcher αποκρυσταλλώνεται στη φράση money follow choices (τα χρήματα ακολουθούν επιλογές). Όμως τι εννοούν οι νεοφιλελεύθεροι με τον όρο επιλογή και πως αυτή λειτουργεί στο εκπαιδευτικό σύστημα της Αγγλίας;
Σε εθνικό επίπεδο, η νομοθεσία δίνει στους γονείς τη δυνατότητα τριών εναλλακτικών επιλογών για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση των παιδιών τους. Η πρώτη είναι ότι οι γονείς μπορούν να επιλέξουν οποιοδήποτε κρατικό σχολείο για να φοιτήσει το παιδί τους. Αν το σχολείο έχει περισσότερες αιτήσεις εγγραφών από τον αριθμό των μαθητών που δύναται να εκπαιδεύσει, τότε έχει το δικαίωμα να επιλέξει μαθητές με δικά του κριτήρια, τα οποία οφείλει να έχει δημοσιεύσει σε ειδικά φυλλάδια. Η δεύτερη είναι η επιλογή ενός ιδιωτικού σχολείου όπου το σχολείο έχει το δικαίωμα να απορρίψει την αίτηση εγγραφής του μαθητή, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να εξηγήσει στους γονείς τους λόγους της απόρριψης. Η τρίτη επιλογή είναι η κατ’ οίκον εκπαίδευση όπου οι γονείς μπορούν να εκπαιδεύσουν τα παιδιά τους στο σπίτι, αρκεί να αποδείξουν στις κρατικές αρχές επίβλεψης της εκπαίδευσης ότι τα παιδιά τους ακολουθούν ένα ισορροπημένο αναλυτικό πρόγραμμα. Το 7% των μαθητών παρακολουθεί ιδιωτικά σχολεία, ενώ μόνο 1200 οικογένειες σε όλη τη Μ. Βρετανία έχουν υποβάλλει αίτηση για προγράμματα κατ’ οίκον εκπαίδευσης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το δικαίωμα της επιλογής αξιοποιείται από ένα μικρό μέρος του πληθυσμού. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν υπάρχει η επιλογή της κατ’ οίκον αγωγής. Το 90% των μαθητών παρακολουθεί ενιαία δημόσια σχολεία και το υπόλοιπο 10% μοιράζεται σε ιδιωτικά σχολεία και στα 500 grammar schools που υπάρχουν στην Αγγλία (Walford, 2001).
Η επιλογή προϋποθέτει πληροφόρηση. Η πληροφόρηση που έχουν οι γονείς για τα σχολεία είναι οι πίνακες που δημοσιεύονται με την επίδοση των μαθητών του σχολείου. Στην Αγγλία και την Ουαλία, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η επίδοση των μαθητών είναι το μόνο ασφαλές κριτήριο επιλογής σχολείου από τους γονείς. Όμως, οι πίνακες με την επίδοση των μαθητών δεν επαρκούν ως πληροφορία και αποτελούν αντικείμενο πολιτικής προπαγάνδας. Για παράδειγμα, στις 4 Αυγούστου του 1996, η εφημερίδα Sunday Times δημοσίευσε συγκριτική επεξεργασία αυτών των πινάκων, η οποία έδειχνε ότι τα Grammar Schools είναι καλύτερα από τα Local Comprehensive. Αυτό που απέκρυψε η εφημερίδα είναι ότι τα Grammar Schools είναι άκρως επιλεκτικά σχολεία, ελέγχουν το επίπεδο των μαθητών που εγγράφουν, έχουν υψηλό αριθμό αποβολών των μαθητών που δεν πηγαίνουν καλά.
Επίσης, ένας δείκτης που θα έδειχνε ποια είναι η κοινωνική προέλευση του μαθητή είναι το δικαίωμα του να παίρνει δωρεάν γεύμα στο σχολείο. Όμως, αυτό δεν εμφανίζεται στους πίνακες επίδοσης. Μόνο το 2% των μαθητών των Grammar Schools έπαιρναν δωρεάν γεύμα, τη χρονιά εκείνη, στοιχείο που δείχνει ότι οι μαθητές τους προέρχονταν από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα.
Ο Maclure (1992: 71) σχολιάζοντας τη διαδικασία ψηφοφορίας σχολείου παρατηρεί ότι ο όρος «γονιός» είναι ιδεότυπος. Υπάρχουν μορφωμένοι γονείς, αμόρφωτοι γονείς, γονείς που ενδιαφέρονται για το σχολείο, γονείς που η ποιότητα του σχολείου τους αφήνει αδιάφορους, χωρισμένοι γονείς που μπορεί για δικούς τους λόγους ο καθένας να θέλει να παρακολουθήσει το παιδί του κάποιο σχολείο, εργαζόμενοι γονείς που θέλουν το παιδί τους να πηγαίνει σε σχολείο πλησίον της οικίας του, συντηρητικοί γονείς που θέλουν η κόρη τους να μην πηγαίνει σε σχολείο με πολλά αγόρια κ.λπ. Γιατί λοιπόν η τελική επιλογή που μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την ποιότητα του σχολείου καθεαυτή να αποτελεί το βασικό κριτήριο χρηματοδότησης του σχολείου;
Η επιλογή μέσων και χώρων αγωγής αποτελεί προοδευτική ιδέα και βασικό δικαίωμα του κάθε ανθρώπου. Όμως, η ελευθερία επιλογής σχολείου ή τύπου σχολείου ενέχει πραγματική ελευθερία μόνο όταν οι επιλογές του ατόμου δεν παρεμποδίζονται από οικονομικούς λόγους ή κολλήματα που έχουν σχέση με την κοινωνική τάξη, την πολιτική παράταξη ή το θρήσκευμα στα οποία ανήκει. Επίσης, η επιλογή έχει νόημα όταν το άτομο μπορεί να επιλέξει διαφορετικά σχήματα αγωγής, με διαφορετικά αναλυτικά προγράμματα και μεθόδους διδασκαλίας, ανεξάρτητα από την οικονομική του κατάσταση. Σε κοινωνίες όπου το αναλυτικό πρόγραμμα των σχολείων καθορίζεται και επιτηρείται από το κράτος και οι επιλογές των ατόμων περιορίζονται μόνο στο ζήτημα του ποιο σχολείο θα παρακολουθήσουν το δικαίωμα στην επιλογή αποτελεί φενάκη και στην ουσία είναι προνόμιο μόνο των εύπορων κοινωνικών τάξεων, που διαθέτουν επαρκή πληροφόρηση, μπορούν να την αξιολογήσουν και έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν την επιλογή τους.
Οι Benn και Chitty (1997: 51) παραθέτουν στοιχεία από περιοχές του Hampshire, του Newcastle, του Rothrman, του Oldham, του Manchester, όπου υπήρξε πόλωση των σχολείων σε «καλά» και «κακά» και ανταγωνισμός των καλών σχολείων με τρόπους, όπου το ένα προσπαθούσε να δυσφημίσει το άλλο για να συγκεντρώσει περισσότερους μαθητές και να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Οι ίδιοι συγγραφείς (σ.48) παρατηρούν ότι οι πίνακες με την επίδοση των μαθητών δεν παρέχουν πλήρη πληροφόρηση για τις εσωτερικές διεργασίες του σχολείου.
Η προσπάθεια του κάθε σχολείου να έχουν οι μαθητές καλή επίδοση στις σταθμισμένες εθνικές εξετάσεις επιφέρει δραματικές αλλαγές στο περιεχόμενο των σπουδών. Τα σχολεία έγιναν χώροι προετοιμασίας των μαθητών για τις εξετάσεις. Ένα παιδί δεν παει στο σχολείο μόνο για να προετοιμασθεί για τις εθνικές εξετάσεις των μαθηματικών, της ιστορίας και της γλώσσας. Παει στο σχολείο για να ενταχθεί στην κοινωνική ζωή, να μάθει ότι έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις, να κοινωνικοποιηθεί. πολιτικά Το σχολείο οφείλει να προετοιμάζει το νέο για τη ζωή και γι’ αυτό πρέπει να υπάρχουν προγράμματα σεξουαλικής αγωγής, ενημέρωσης για τα ναρκωτικά, διαμόρφωση αντιρατσιστικών και αντισεξιστικών στάσεων. Ο Ball (1994: 146) υποστηρίζει ότι οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις διαμόρφωσαν ένα νέο κρυφό πρόγραμμα στα σχολεία. Η κοινότητα, η αλληλοβοήθεια, η ισότητα που ήταν η ιδεολογία των ενιαίων σχολείων αντικαταστάθηκε από τον ανταγωνισμό και τις αξίες της αγοράς.
Τα ευρήματα της εμπειρικής έρευνας στα 11 δευτεροβάθμια σχολεία της πόλης του York
Στόχος της έρευνας
Η διερεύνηση του πόσο διευρυμένη είναι η κινητικότητα των μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε σχολεία άλλης περιοχής, ποιοι παράγοντες καθορίζουν αυτή την επιλογή, και πώς συμπεριφέρονται τα σχολεία από τη στιγμή που οι επιλογές των γονιών επηρεάζουν άμεσα τη χρηματοδότηση τους και κατά συνέπεια τη βιωσιμότητα τους;
Τρόποι συλλογής εμπειρικού υλικού
Το εμπειρικό υλικό της έρευνας συγκεντρώθηκε με ανοικτές συνεντεύξεις από τους 11 διευθυντές των σχολείων και πληροφορίες με στατιστικά σχολεία του κάθε σχολείου που μου έδωσαν οι διευθυντές κατά τη διάρκεια της συζήτησης μας. Τα σχολεία παρουσιάζονται με ψευδώνυμα προκειμένου να τηρηθεί η ανωνυμία τους.
 

Σχολεία της πόλης του York

 

 

Ευρήματα και ανάλυση τους


3.1. Τα τρία σχολεία στο γκρι πλαίσιο με την ένδειξη (11-18) είναι τα καλύτερα σχολεία της πόλης. Προσφέρουν τάξη προετοιμασίας για το Α΄ Level. Αυτό σημαίνει ότι, λόγω της παροχής τους αυτής, έλκουν μαθητές που από μικρή ηλικία σκοπεύουν να φοιτήσουν σε πανεπιστήμιο. Οι 8 από τους 11 διευθυντές σχολείων με τους οποίους συναντήθηκα δεν δέχθηκαν τον όρο «ανταγωνισμός για εγγραφή μαθητών» (competition to recruit pupils) ως βάση για τη συζήτηση μας. Υποστήριξαν ότι τα σχολεία δεν ανταγωνίζονται συνειδητά μεταξύ τους. Απλά το καθένα προσπαθεί να επιτύχει το καλύτερο υπηρετώντας έτσι τον κοινό σκοπό που είναι η καλύτερη εκπαίδευση των μαθητών.
Όμως, η διευθύντρια του Queen Sofia, τόνισε ότι η χρηματοδότηση των μαθητών με το ίδιο ποσό χρημάτων δεν αποτελεί δίκαιο κοινωνικό μέτρο, διότι οι μαθητές έχουν διαφορετικές ανάγκες. Τα σχολεία στα οποία φοιτούν μαθητές από φτωχές οικογένειες θα έπρεπε να παίρνουν περισσότερα χρήματα.
Επίσης οι διευθυντές των σχολείων (11-16) παρατήρησαν ότι αν υπάρχει ανταγωνισμός είναι ανάμεσα στα τρία σχολεία (11-18) αφού μόνο αυτά στην περιοχή προσφέρουν σεμινάρια για το A’ Level και ενδιαφέρονται έτσι να προσελκύσουν τους καλύτερους μαθητές. Από τη συζήτηση με όλους τους διευθυντές φάνηκε ότι η οργάνωση του κάθε σχολείου έχει διαμορφωθεί, κυρίως από γεωγραφικούς και οικονομικούς παράγοντες, με την έννοια ότι ακόμη και αν όλοι αποφάσιζαν να προσφέρουν σεμινάρια για το A’ Level, θα ήταν αδύνατο να εγγράψει ο καθένας μόνος του αριθμό μαθητών ικανό να δικαιολογήσει την ύπαρξη τμημάτων και τη μισθοδοσία εκπαιδευτικών για τα μαθήματα αυτά.
Ο διευθυντής του Fuldam, που είναι το πιο δημοφιλές σχολείο στην περιοχή, εξήγησε ότι η δημογραφική σύνθεση της περιοχής που εδρεύει το σχολείο χαρακτηρίζεται κυρίως από οικογένειες υψηλόμισθων υπαλλήλων με πτυχίο, που δίνουν αξία στη μόρφωση των παιδιών τους. Έτσι, το σχολείο αυτό συγκεντρώνοντας μαθητές με ζήτηση για πανεπιστημιακές σχολές δημιούργησε μαζικά τμήματα Α’ Level και σταδιακά έγινε πόλος έλξης για καλούς μαθητές άλλων περιοχών, όπου στα σχολεία τους δεν υπήρχε αντίστοιχα μεγάλη ζήτηση για να υποστηριχθούν τέτοια τμήματα. Έτσι δημιουργήθηκε μια παράδοση οι μαθητές που ενδιαφέρονται να συνεχίσουν στο πανεπιστήμιο να συγκεντρώνονται στα τρία σχολεία που είχαν, λόγω ζήτησης, τον ικανό αριθμό μαθητών να υποστηρίξουν τμήματα Α’ Level.
Ο διευθυντής του Jesus Eik, επιβεβαιώνοντας τα όσα είπε ο προηγούμενος διευθυντής, πρόσθεσε ότι αν κάποιο παιδί δεν ενδιαφέρεται να πάει στο πανεπιστήμιο δεν έχει νόημα να εγκαταλείψει το σχολείο της γειτονιάς του για να πάει εκεί. Οι διευθυντές των άλλων σχολείων παρατήρησαν ότι λόγω της κατάστασης αυτής οι καλοί μαθητές των σχολείων τους αποφασίζουν μετά από δύο ή τρία χρόνια να στραφούν και αυτοί σε ένα σχολείο που προσφέρει Α΄ Level.
3.2. Τα τρία «δημοφιλή» σχολεία παρουσιάζουν το μεγαλύτερο αριθμό μόνιμης αποβολής μαθητών από το σχολείο. Οι διευθυντές τους στην ερευνητική συνέντευξη παραδέχθηκαν ότι επρόκειτο για μαθητές με χαμηλή επίδοση, που δημιουργούσαν προβλήματα στις τάξεις και το σχολείο τους απέβαλλε για να μην κινδυνεύσει η επίδοση των άλλων μαθητών και η καλή φήμη του σχολείου. Παραδέχθηκαν, επίσης, ότι η πολιτική τους στο ζήτημα της πειθαρχίας είναι αρκετά αυστηρή και αυτό διότι είναι απαίτηση των γονιών, οι οποίοι θέλουν το σχολείο να διασφαλίζει ένα ήσυχο κλίμα, όπου τα παιδιά τους θα μαθαίνουν χωρίς ενοχλήσεις. Οι γονείς δύο μαθητών υποστήριξαν, με επιστολή τους στον τοπικό τύπο, ότι το σχολείο απέβαλλε τα παιδιά τους επειδή ήταν δυσλεκτικά. Οι ίδιοι γονείς διαμαρτύρονταν ότι αν και μένουν κοντά στα 3 καλά σχολεία αναγκάζονται να μετακινηθούν στην άλλη άκρη της πόλης, διότι μόνο το Queen Sofia δέχθηκε τα παιδιά τους. Αυτό το ερευνητικό εύρημα έρχεται σε συμφωνία και με έρευνες που έχουν γίνει σε άλλες περιοχές της Αγγλίας. Οι Vulliamy and Webb (2000) συγκεντρώνοντας δεδομένα από πολλές περιοχές της Μεγάλης Βρετανίας επισημαίνουν ότι τα δημοφιλή σχολεία απέβαλλαν πιο εύκολα μαθητές προκειμένου να κρατήσουν την καλή τους φήμη και την υψηλή τους θέση στους εθνικούς πίνακες επίδοσης. Σε καθεστώς ανταγωνισμού των σχολείων, ένα δυσλεκτικό παιδί, ένας ανήσυχος μαθητής με προβλήματα συγκέντρωσης, χωρισμένους γονείς, με κενά και μαθησιακές δυσκολίες, φαίνεται να είναι «κακό μαντάτο» για το καλό σχολείο, κηλίδα που θα κοιτάξει να την ξεφορτωθεί. Στο όνομα της διεύρυνσης των επιλογών φαίνεται ότι για κάποιες οικογένειες οι επιλογές σχολείου περιορίζονται σε βαθμό που να δυσκολεύονται να βρουν σχολείο.
3.3. Η κινητικότητα των μαθητών από περιοχή σε περιοχή είναι χαμηλή. Δεν έχουμε μαζικές μετακινήσεις προς κάποια σχολεία. Σε σύνολο 4484 μαθητών μόνο οι 104 μετακινούνται σε σχολείο άλλης περιοχής. Οι 17 από αυτούς έχουν μετακινηθεί υποχρεωτικά επειδή αποβλήθηκαν από το σχολείο που φοιτούσαν. Η εκούσια κινητικότητα αφορά μόνο 87 μαθητές σε σύνολο 4484, δηλαδή το 2% του μαθητικού πληθυσμού της περιοχής.
3.4. Στα τρία δημοφιλή σχολεία υποβλήθηκαν συνολικά 2.342 αιτήσεις εγγραφής. Ικανοποιήθηκαν οι 1081, δηλαδή το 46% των αιτήσεων. Από τις αιτήσεις που απορρίφθηκαν το 72% ήταν παιδιά αλλοδαπών και εργατικής κοινωνικής προέλευσης. Κριτήριο επιλογής ήταν η επίδοση των μαθητών στο δημοτικό σε συνδυασμό με ένα τεστ βασικών δεξιοτήτων στη γλώσσα και την αριθμητική που συμπλήρωσαν στο σχολείο μαζί με την αίτηση εγγραφής τους.
Φαίνεται ότι η εκπαιδευτική αγορά και το δικαίωμα στην επιλογή σχολείου ευνοεί τους μαθητές που είναι γόνοι της μεσαίας τάξης. Τα δημοφιλή σχολεία επιδιώκουν να εγγράψουν μαθητές τέτοιων οικογενειών
Οι γονείς αυτοί έχουν τη δυνατότητα να ψάξουν, αλλά και να χρηματοδοτήσουν την επιλογή τους. Φαίνεται ότι η επιλογή σχολείου στην εκπαιδευτική αγορά είναι η έκφραση της μετατροπής του οικονομικού και κοινωνικού κεφαλαίου σε πολιτιστικό. Όπως παρατηρεί και ο Apple (2001) oι μορφωμένοι γονείς έχουν τη γνώση και την επιδεξιότητα – αυτό που ο Bourdieu αποκαλούσε habitus- να αποκωδικοποιήσουν τις πληροφορίες σχετικά με τα σχολεία, να διαπραγματευτούν με τα στελέχη της εκπαίδευσης, να επιλέξουν και να χρηματοδοτήσουν την επιλογή τους.
Με την πολιτική της επιλογής σχολείου σε καθεστώς εκπαιδευτικής αγοράς, φαίνεται ότι δεν επιλέγουν οι γονείς σχολεία, αλλά τα σχολεία επιλέγουν γονείς
 

Αναφορές
Apple, M. (2001) Ρητορικές Μεταρρυθμίσεις: Πρότυπα Απόδοσης και Ανισότητα. Ρωγμές εν τάξει. 11: 42-49.
Maclure, S. (1992) Education Reformed. London: Hodder & Stoughton.
Benn, C and Chitty, C. (1997) Thirty Years On. London: Penguin Books.
Chitty, C. (1992) The Education System Transformed. Manchester: Baseline Books.
Walford, G. (2001) Does the Market Ensure Quality? Westminster Studies in Education, Vol. 24, No 1.
Ball, S. (1994) Education Reform: a Critical and Post-structural Approach. Buckingham: Open University Press.
Benn, C and Chitty, C. (1997) Thirty Years On. London: Penguin Books.
Thatcher, M. (1993) The Downing Street Years. London: Harper Collins.
Vulliamy, G. και Webb, R. Stemming the tide of rising schools exclusions: problems and possibilities, British Journal of Educational Studies, Vol. 48, No 2, June 2000, pp. 119-133.
 

Εισήγηση στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Κοινωνιολογίας «Κοινωνιολογία: Μάθημα Ελευθερίας» (αφιερωμένο στη μνήμη του Pierre Bourdieu), συνδιοργάνωση Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – Ε.Κ.Κ.Ε. – International Sociological Association) 8-10/11/2002. Θεσσαλονίκη.