ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ: μια σημαντική πρόκληση
Παναγιώτης Σωτήρης
μέλος του ΔΣ της ΟΙΕΛΕ
Η ίδρυση του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής ΓΣΕΕ (ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ) αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική τομή που όχι μόνο συμπυκνώνει ευρύτερες αλλαγές και μεταλλάξεις του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά και εντάσσεται σε συνολικότερα σχέδια για την αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού κινήματος. Παρά το θόρυβο που αρχικά δημιούργησε η αναγγελία της δημιουργίας της Ακαδημίας Εργασίας της ΓΣΕΕ και η σύνδεσή της με την όλη συζήτηση για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, οι πραγματικές διαστάσεις της όλης πρωτοβουλίας δεν έχουν ακόμη αναδειχτεί.
Μια πρωτοβουλία με στρατηγικό χαρακτήρα
Το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ δεν είναι απλώς ένα ακόμη μελετητικό κέντρο, ή ένας θεσμός επιμόρφωσης. Αντίθετα, σκοπεύει να αναπτύξει δράση σε ένα ευρύτερο φάσμα από πρακτικές που σχετίζονται με όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αυτό αποτυπώνεται στο καταστατικό του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ και τους σκοπούς που αναφέρει:
«1. (..) σχεδιασμό, ανάπτυξη, αξιολόγηση και εφαρμογή εκπαιδευτικών πολιτικών σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης (τυπική-άτυπη)
2. Η αύξηση των ευκαιριών πρόσβασης σε όλο το σύστημα εκπαίδευσης (..)
3. Η βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας εκπαίδευσης σε όλες τις μορφές. (..)
4. Η διασύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας (..)
(..)
6. Η μελέτη, η καταγραφή, η αξιολόγηση της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας και η διερεύνηση των βέλτιστων πρακτικών στην εφαρμογή των εκπαιδευτικών πολιτικών
7. Ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη εκπαιδευτικών δράσεων με σκοπό την αναβάθμιση του επιπέδου των μελών και στελεχών του συνδικαλιστικού κινήματος (..)
(..)
8. Η παροχή σχετικής με τους σκοπούς της αναπτυξιακής βοήθειας σε άλλα κράτη και ιδίως της Βαλκανικής.
10. Η ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων»
Ας δούμε, όμως, με ποιο συγκεκριμένο τρόπο εξειδικεύονται αυτές οι γενικές κατευθύνσεις
α. Συμμετοχή στη προσπάθεια για μη κρατική (ιδιωτική) τριτοβάθμια εκπαίδευσ
Το καταστατικό του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ αναφέρεται ρητά ότι σκοπεύει σε συνεργασία με άλλους φορείς να ασχοληθεί με τον τομέα «μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - Επαγγελματικής κατάρτισης, με την προσφορά ευκαιριών ανώτατης και ανώτερης εκπαίδευσης και κατάρτισης σε εργαζόμενους, την προώθηση της πρακτικής άσκησης, τη βελτίωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων, της ποιότητας σπουδών και τη δυνατότητα επιλογής ειδικοτήτων». Επίσης, στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και το σχέδιο για την Ακαδημία Εργασίας η οποία «θα έχει στόχο την προσφορά σε εργαζομένους / συνδικαλιστές των εφοδίων για να διαδραματίσουν το ρόλο τους στη δημόσια και επαγγελματική ζωή» και η οποία θα στηρίζεται στην προσφορά μαθημάτων οικονομίας, κοινωνιολογίας, πολιτικών επιστημών, δικαίου κ.λπ.
Η κατεύθυνση αυτή δεν είναι τυχαία. Εδώ και αρκετά χρόνια προλειαίνεται το έδαφος για τη ανάπτυξη μορφών ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία θα λειτουργεί ως ένας συμπληρωματικός μηχανισμός που θα απορροφά την «υπερβάλλουσα ζήτηση» για τριτοβάθμια εκπαίδευση και ταυτόχρονα θα ασκεί πίεση για «αποδοτικότερη» λειτουργία του κύριου όγκου της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η άνοδος του Γ. Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ έδωσε μια επιπλέον νομιμοποίηση και συναίνεση στην κατεύθυνση αυτή, κάτι που φάνηκε και στη συζήτηση του φθινοπώρου στη Βουλή για το θέμα της Παιδείας. Η υλοποίησή της, όμως, προϋποθέτει την κατ’ αρχήν κατοχύρωση της δυνατότητας φορέων που είναι εκτός των ορίων του κράτους, αλλά έχουν έναν αναγνωρίσιμο «κοινωνικό» ή «δημόσιο» χαρακτήρα, ώστε να αντιμετωπιστεί η ισχυρότατη λαϊκή πίεση για δωρεάν, δημόσια ανώτατη εκπαίδευση. Προϋποθέτει, επίσης, την «πιλοτική» κατοχύρωση ενδιάμεσων εκπαιδευτικών μορφών μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου και όχι την ανοιχτή λειτουργία τριτοβάθμιων ιδρυμάτων από την πρώτη στιγμή.
Καταδεικνύεται έτσι ότι η κίνηση της ΓΣΕΕ εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό: ουσιαστικά βρίσκεται στην πρωτοπορία μιας μεγάλης ανατροπής στην ανώτατη εκπαίδευση. Σε πρώτη φάση θα έχουμε την προσφορά «επιμόρφωσης» και απλών βεβαιώσεων παρακολούθησης μαθημάτων. Αυτά με τη σειρά τους θα μπορούν να εντάσσονται σε κάποιο μηχανισμό πιστοποίησης. Άλλωστε είναι σε εξέλιξη η πανευρωπαϊκή προσπάθεια για το «Συμπλήρωμα διπλώματος», έναν αναλυτικό προσωπικό φάκελο προσόντων που θα περιλαμβάνει το σύνολο των εκπαιδευτικών πρακτικών του αποφοίτου. Σε επόμενη φάση θα μπορούσε κανείς να δει την προσφορά «μεταπτυχιακών» προγραμμάτων (πιθανώς σε συνεργασία με ΑΕΙ για να αποφευχθούν τυπικά προβλήματα) και άλλων εκπαιδευτικών πρακτικών και από εκεί και πέρα –ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο;– την αυτοτελή προσφορά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ειδικά εάν μέχρι τότε έχει αντιμετωπιστεί και το τυπικό κώλυμα του Συντάγματος.
β. Συμμετοχή της ΓΣΕΕ στην όλη προσπάθεια για αξιολόγηση όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης
Είδαμε και πιο πάνω ότι το καταστατικό του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ θέτει ως στόχο του τη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας εκπαίδευσης. Αυτό εξειδικεύεται σε ένα φάσμα δράσεων: «α. Στον τομέα προσχολικής αγωγής, με τη διερεύνηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ελληνική εργαζόμενη οικογένεια (..) β. ανάληψη δράσης σχετικά με την ενίσχυση του Ολοήμερου χαρακτήρα του τομέα της βασικής εκπαίδευσης (..) την προσπάθεια ένταξης του γυμνασίου στη λειτουργία του Ολοήμερου (..) καθώς και η έρευνα για τη βελτίωση του εξεταστικού συστήματος στο Λύκειο και την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (..) δ. Στον τομέα διασύνδεσης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και την κοινωνία με την δραστηριοποίηση και την παρακολούθηση όλων των συστημάτων εκπαίδευσης και τη μελέτη και την ανάλυση όλων των επίσημων και εφαρμοσμένων εκπαιδευτικών πολιτικών (..)»
Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ επιδιώκει με τρόπο επιθετικό να εισέλθει σε όλο το φάσμα των μελετών, των μετρήσεων, των καταγραφών, των πιστοποιήσεων που σχετίζονται με τη συνολικότερη προσπάθεια αξιολόγησης της εκπαίδευσης. Ο λόγος είναι ότι η διαδικασία αξιολόγησης δεν περιλαμβάνει μόνο μια διοικητική διαδικασία παρακολούθησης / χειραγώγησης των εκπαιδευτικών και των εκπαιδευτικών μονάδων. Απαιτεί μια συνολικότερη καταγραφή τάσεων, πορισμάτων, εξειδικευμένων ερευνών, που θα τους αναλάβει ένα ευρύτερο φάσμα φορέων εντός και εκτός Υπουργείου Παιδείας. Η συγκρότηση του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ είναι μια προσπάθεια να μπει σε αυτή την ανταγωνιστική «αγορά» μετρήσεων και μελετών και να διεκδικήσει μέρος των σημαντικών εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων σε αυτή την κατεύθυνση.
γ. Διαμόρφωση ενός ακόμη πολιτικού κέντρου χάραξης εκπαιδευτικής πολιτικής
Όπως φάνηκε και από τις αναφορές που κάναμε πιο πάνω στις ρητές προβλέψεις του καταστατικού του το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ διεκδικεί ένα ευρύτερο δικαίωμα λόγου σε ζητήματα που αφορούν την εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες της. Μέχρι τώρα, πάνω σε αυτά τα ζητήματα λόγο άρθρωναν –πλην των πολιτικών κομμάτων ή των διανοουμένων– κυρίως δύο πλευρές: Από τη μια το Υπουργείο Παιδείας και οι εποπτευόμενοι οργανισμοί του (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Κ.Ε.Ε.), από την άλλη οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες του δημοσίου (πολύ λιγότερο –και λόγω μικρού μεγέθους– η ΟΙΕΛΕ), οι φοιτητικοί σύλλογοι, οι παρατάξεις και τα συνδικαλιστικά/πολιτικά ρεύματα στο εσωτερικό τους καθώς και τα αντίστοιχα κέντρα μελετών τους, φορείς που λόγω και μιας ιστορικότητας των πρόσφατων κινημάτων αλλά και της ειδικής βαρύτητας της αριστεράς στο εσωτερικό τους, έτειναν να αντιστρατεύονται όψεις της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής. Σε αυτό το τοπίο έρχεται ένας νέος «παίκτης» με τη μορφή της ΓΣΕΕ, η οποία διεκδικεί να παίξει ένα ρόλο άρθρωσης συνολικότερου λόγου για την εκπαίδευση, όχι βέβαια διατυπώνοντας μια ριζοσπαστική εργατική κριτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, αλλά, αντίθετα, αναλαμβάνοντας το ρόλο μιας πιο σώφρονος και εποικοδομητικής αναδιαρθρωτικής τεχνοκρατικής προοπτικής, λειτουργώντας ως το συμπλήρωμα ή ενίσχυση της κυρίαρχης πολιτικής απέναντι στις διεκδικήσεις του εκπαιδευτικού κινήματος.
δ. Συμμετοχή στη διανομή των ευρωπαϊκών κονδυλίων
Είναι προφανές ότι τίποτε από όλα αυτά δεν θα προχωρούσε σε τέτοια κλίμακα, εάν δεν υπήρχαν οι δυνατότητες χρηματοδοτήσεις. Ειδικά τα ευρωπαϊκά, αλλά και ορισμένα εθνικά κονδύλια, που αφορούν ένα μεγάλο φάσμα δράσεων και κατευθύνσεων διαμορφώνουν τους αναγκαίους υλικούς όρους για την ανάληψη τέτοιων εγχειρημάτων και για τη συντήρηση του όλου μηχανισμού. Άλλωστε ήδη ξεκίνησαν οι πρώτες εκταμιεύσεις κονδυλίων και προφανώς θα ακολουθήσουν και άλλες. Ας μην ξεχνάμε ότι η φιλοσοφία και των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, αλλά και μέρους των εθνικών πολιτικών, είναι η χρηματοδότηση ιδιωτικών ή μη κρατικών φορέων που θα αναλαμβάνουν μέρος των προγραμμάτων αξιολόγησης, αποτύπωσης, μελέτης, κατάρτισης (άλλωστε η ΓΣΕΕ ήδη από τη δεκαετία του 1990 λειτουργεί το Κ.Ε.Κ.).
Η μετάλλαξη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας
Η επιλογή διαμόρφωσης ενός μηχανισμού που ταυτόχρονα θα συμβάλει στην ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, αλλά και στην πολιτική και ιδεολογική ενίσχυση των κυρίαρχων αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση (και την προσπάθεια αντίστοιχης πολιτικής και ιδεολογικής υπονόμευσης του εκπαιδευτικού και φοιτητικού κινήματος) από την τυπική ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος είναι μια πολύ σημαντική τομή. Το ίδιο ισχύει και για το ότι σε μια κρίσιμη επιλογή όπως η ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση, γύρω από την οποία υπάρχει ευρύτερη λαϊκή απονομιμοποίηση, η ΓΣΕΕ αναλαμβάνει ουσιαστικά να διαμορφώσει όρους για την εμπέδωση και εφαρμογή της. Όλα αυτά φανερώνουν τα όρια της μετάλλαξης του σύγχρονου κυβερνητικού - εργοδοτικού συνδικαλισμού, τη μετατροπή του από φορέα έστω ενός αγωνιστικού ρεφορμισμού σε ιδεολογικό προπαγανδιστή παραλλαγών της κυρίαρχης αστικής στρατηγικής. Άλλωστε, αυτό το γνωρίζει καλά και η κυβέρνηση η οποία ουσιαστικά διαχειρίζεται (η στάση της Υπουργού Παιδείας είναι πολύ χαρακτηριστική) την πορεία του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ και τη χρηματοδότηση προς αυτό ως ένα μοχλό απόσπασης συνδικαλιστικής συναίνεσης. Είναι τυχαίο, για να πούμε το πιο μικρό ίσως παράδειγμα, ότι η προώθηση του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ συνέπεσε με την αγωνιστική απραξία της ΟΙΕΛΕ (ο πρόεδρος της οποίας παίζει σημαντικό ρόλο στην προώθησή του) απέναντι στην επίθεση που δέχεται ο κλάδος των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Αλλά και ευρύτερα, αποτελεί σοβαρότατο πρόβλημα το συνδικαλιστικό κίνημα να διαμορφώνει θεσμούς οι οποίοι θα εξαρτώνται αντικειμενικά από την κρατική ή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Σε αυτή την επιλογή οφείλουμε να τονίσουμε την ευρύτερη συνενοχή που υπάρχει ως προς την ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος. Πλάι στην ανοιχτή συναίνεση ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ υπάρχει και η πραγματική συμμετοχή, παρά τις όποιες φραστικές αντιρρήσεις, και του ΣΥΝ στην οργάνωση, στελέχωση και διοίκηση του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ. Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε παρά να υπογραμμίσουμε ότι η διαμόρφωση ενός τέτοιου μηχανισμού θα λειτουργήσει αντικειμενικά και ως ένας μηχανισμός πολιτικού και συνδικαλιστικού εκμαυλισμού: θα διαμορφώσει επιπλέον θέσεις συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, θα δώσει δυνατότητες απασχόλησης, θα επιτρέψει πρακτικές ανέλιξης, θα ενισχύσει μηχανισμούς εξάρτησης και πολιτικής υποταγής. Κακά τα ψέματα, αλλά σήμερα η διατήρηση της ιδιότητας του «επαγγελματία συνδικαλιστή», η διαχείριση των συνδικαλιστικών αδειών και αποσπάσεων, η δυνατότητα εργασίας σε κάθε είδους μηχανισμούς του συνδικαλιστικού κινήματος μετατρέπεται σε ένα κρίσιμο πολιτικό νόμισμα. Μια ματιά στις πρόσφατες εξελίξεις στην ΟΙΕΛΕ το επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο.
Η ανάγκη αγωνιστικής απάντησης
Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολιτική πρωτοβουλία ανοιχτά εχθρική προς το εκπαιδευτικό και το φοιτητικό κίνημα, η οποία πρέπει να απαντηθεί με αντίστοιχο τρόπο. Μπροστά μας δεν έχουμε ένα ακόμη Ινστιτούτο Εργασίας ή ένα απλό Κέντρο Μελετών, αλλά την προσπάθεια για έναν μηχανισμό παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών και χάραξης εκπαιδευτικής πολιτικής που θα ενισχύσει κρίσιμες αναδιαρθρώσεις και μια συνολικότερη προσπάθεια ιδιωτικοποίησης πλευρών του εκπαιδευτικού μηχανισμού.
Γι’ αυτό το λόγο και εδώ δεν αντιστοιχούν ούτε ήπιες διαμαρτυρίες, ούτε προσπάθεια βελτιώσεων, ούτε πολύ περισσότερο η «κριτική» συμμετοχή. Δεν αρκεί καν η καταγγελία της πολιτικής και συνδικαλιστικής λογικής που οδήγησε σε αυτό. Απαιτείται η αγωνιστική δράση ώστε να κλείσει το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ και να μη λειτουργήσει η περιβόητη «Ακαδημία Εργασίας».