Αυτόνομες Ριζοσπαστικές Παρεμβάσεις - Συσπειρώσεις Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών
Σύντομο ιστορικό των Παρεμβάσεων - Συσπειρώσεων στην ΟΙΕΛΕ
Οι Αυτόνομες Ριζοσπαστικές Παρεμβάσεις - Συσπειρώσεις Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών εμφανίστηκαν με αυτή το όνομα στο 31ο συνέδριο της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών (ΟΙΕΛΕ) το Φλεβάρη του 2004 και ως Αριστερό Αγωνιστικό Ψηφοδέλτιο (σε συνεργασία με τις Αγωνιστικές Κινήσεις) έχουν μια έδρα στο Δ.Σ. της Ομοσπονδίας. Ως συντονισμός και κοινή καταγραφή ψηφοδελτίων και αγωνιστών της ριζοσπαστικής αριστεράς στο χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης υπάρχουν από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έχουν σταθερή παρουσία από τότε στο Δ.Σ. της ΟΙΕΛΕ
Κορμός των Παρεμβάσεων - Συσπειρώσεων είναι τα σχήματα στους συλλόγους καθηγητών φροντιστηρίων (Μέσης Εκπαίδευσης και Ξένων Γλωσσών) σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Άλλωστε, χωρίς την παρέμβαση αγωνιστών της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν θα υπήρχε συνδικαλιστική παρέμβαση στο χώρο των φροντιστηρίων Μέσης Εκπαίδευσης, καθώς ήταν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις (κατοχύρωση της ασφάλισης στο ΙΚΑ, υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, απάντηση σε προσπάθειες ποινικοποίησης της συνδικαλιστικής δράση) που έφεραν ξανά εργαζόμενους κοντά σε συλλόγους που είχαν ουσιαστικά διαλυθεί στην αρχή της δεκαετίας του 1990.
Η προσπάθεια αυτή συνεχίζεται τα τελευταία χρόνια και έχει οδηγήσει στην αύξηση των μελών και της συμμετοχής στις εκλογές των συλλόγων (ειδικά στο ΣΕΦΚ) στην ίδρυση συλλόγων καθηγητών φροντιστηρίων σε άλλες πόλεις (Χανιά), τον καλύτερο συντονισμό με καθηγητές φροντιστηρίων σε επαρχιακούς συλλόγους Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών (Άρτα, Λάρισα).
Ο χώρος της ιδιωτικής εκπαίδευσης και η ελαστική εργασία
Ο χώρος της ιδιωτικές εκπαίδευσης είναι ένας χώρος ιδιαίτερα δύσκολος για τη συνδικαλιστική παρέμβαση, αφού σε μεγάλο μέρος της βασιλεύει η προσωρινότητα, η ανασφάλεια, η ελαστικότητα, η εργοδοτική αυθαιρεσία. Είναι, ταυτόχρονα, ένας χώρος κρίσιμος μια που σε αυτόν αρχίζει να συσσωρεύεται όλο και μεγαλύτερο δυναμικό το οποίο δεν βρίσκει πρόσβαση στο δημόσιο σχολείο, ενώ εδώ δοκιμάζονται εργασιακές σχέσεις που τείνουν να επεκταθούν σε όλη την εκπαίδευση.
Η βασική αστική στρατηγική από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ήταν να παγιωθεί ένας συμπληρωματικός ρόλος για την ιδιωτική εκπαίδευση που καλούνταν να καλύψει κρίσιμα κενά του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, στο βαθμό που μια λογική πλήρους εμπορευματοποίησης προσκρούει πάνω σε μια ισχυρή κοινωνική αντίδραση. Για να μπορεί έτσι η ιδιωτική εκπαίδευση να έχει αυτό το συμπληρωτικό ρόλο και η ανάπτυξή της να μη συνεπάγεται τελικά αυξημένο κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, η κρίσιμα παράμετρος είναι το κόστος και οι όροι εργασίας (μια που η εκπαίδευση είναι μια υπηρεσία έντασης εργασίας). Αυτό σημαίνει ότι η ελαστική εργασία, οι μειωμένες απολαβές, η πίεση για απλήρωτες εξωδιδακτικές μορφές απασχόλησης, η συχνές απολύσεις γίνονται ο κανόνας σε όλη την ιδιωτική εκπαίδευση, είτε ως αποτέλεσμα του συνολικού συσχετισμού δύναμης (όπως είναι η περίπτωση των εκπαιδευτικών των ιδιωτικών σχολείων, στα οποία ισχύει η μισθολογική εξίσωση με τους εκπαιδευτικούς του δημοσίου), είτε ως αποτέλεσμα της συνειδητής άρνησης θεσμικής παρέμβασης (όπως είναι η περίπτωση των φροντιστηρίων).
Αυτό δείχνει και μια ευρύτερη πολιτική σημασία που έχουν οι διεκδικήσεις των εργαζόμενων στο χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης: στο βαθμό που η ύπαρξη ενός φθηνού και ευέλικτου εκπαιδευτικού δυναμικού γίνεται καθοριστικός παράγοντας της επέκτασης της ιδιωτικής εκπαίδευσης, έπεται ότι μια αντίρροπη τάση (μισθολογική βελτίωση, κατοχύρωση εργασιακής σταθερότητας) αντικειμενικά λειτουργεί ως μοχλός περιορισμού της ιδιωτικής εκπαίδευσης.
Όμως αυτή η ελαστική εργασία δεν αφορά μόνο την ιδιωτική εκπαίδευση. Σήμερα προγράμματα όπως η Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη ή η ολοήμερη λειτουργία των δημοτικών σχολείων μας οδηγούν σε μια νέα φιγούρα δημόσιου σχολείου, σε ένα σχολείο που κλείνει τη λέξη ευελιξία σε όλες τις πτώσεις. Αυτή η τάση για εργασιακές γκρίζες ζώνες στην εκπαίδευση σε ορισμένες πιο βαθιές διεργασίες της περιόδου: Την προσπάθεια για αύξηση του μέσου αλφαβητισμού της υποψήφιας εργατικής δύναμης -των δεξιοτήτων, της δυνατότητας χρήσης της πληροφορίας, της εκμάθησης των τρόπων μάθησης- με ταυτόχρονη μείωση των κοινωνικών και διεκδικήσεών της. Την προσπάθεια να αυξηθεί μέρος των εκπαιδευτικών ή άλλων υπηρεσιών που προσφέρει το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα (παράδειγμα η ολοήμερη λειτουργία) με ταυτόχρονη μείωση του κόστους του, στα πλαίσια λογικών μείωσης των δημοσίων δαπανών
Συνολικότερα: σήμερα διαμορφώνεται ένα συγκεκριμένο «εργασιακό σενάριο» για πολύ μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικών, το οποίο στηρίζεται στη συνεχή περιπλάνηση ανάμεσα στο φροντιστήριο και την ελαστική απασχόληση στις παρυφές του δημόσιου σχολείου, ένα σενάριο που δεν συγκροτείται γύρω από την απασχόληση σε κάποιον εργοδότη, αλλά γύρω από την επίτευξη του όποιου στόχου ωρών είχε τεθεί.
Οι εξελίξεις αυτές δεν είναι άσχετες και από την ευρύτερη μετάλλαξη που υφίσταται συνολικά η εκπαιδευτική δραστηριότητα και τη μετατόπιση της έμφασης από τη γνώση στην πληροφορία, από την μόρφωση στην αποδοτική και γρήγορη ανταπόκριση, από την «αγωγή του πολίτη» στην κατάρτιση του υποψήφιου εργαζόμενου: η εντατικοποίηση, το τρέξιμο, η μαζική παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού (σημειώσεων, βοηθημάτων) που αναπαράγει πιστά το αναλυτικό πρόγραμμα και –σε τελική ανάλυση- τα βασικά στοιχεία της κυρίαρχης ιδεολογίας, η αντιμετώπιση των μαθητών περίπου ως αλόγων κούρσας, η αστυνομική σχέση με τους γονείς (συνεχής ροή πληροφοριών για την επίδοση αλλά και την εν γένει συμπεριφορά του μαθητή), η συνεχής και ποσοτικοποιημένη αξιολόγηση του σχολείου και του εκπαιδευτικού (επιδόσεις των μαθητών στις εξετάσεις, δείκτες ποιότητας κ.λπ.), τείνουν να αποτελέσουν το σύγχρονο εκπαιδευτικό πρότυπο. Μέσα σε όλα αυτά μεταλλάσσεται το πρότυπο του καλού εκπαιδευτικού: Από τον δάσκαλο, στο πλευρό του μαθητή με συνολική παιδαγωγική παρουσία (μέσα κι έξω από την τάξη), περνάμε στον ελαστικοποιημένο ‘επαγγελματία’, που περιφέρει από σχολείο σε φροντιστήριο και αντίστροφα ένα τυποποιημένο εκπαιδευτικό πρότυπο, σε μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή των παλαιών περιφερόμενων δημοδιδασκάλων.
Η νέα φάση της επίθεσης
Το τελευταίο διάστημα τα δείγματα γραφής από τη μεριά της κυβέρνησης δείχνουν ότι προτιμά να ενισχύσει το χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης μέσα από μια επίθεση στους όρους εργασίας: Η απελευθέρωση των διδάκτρων που ήταν πάγιο αίτημα των ιδιοκτητών (έχοντας και το συμβολισμό της μείωσης της κρατικής παρέμβασης), οι προτάσεις για πρόσληψη καθηγητών ειδικοτήτων με μονίμως προσωρινές σχέσεις εργασίας στα ιδιωτικά σχολεία, η απόφαση για επιδότηση των ιδιωτικών σχολείων μέσω ΕΠΑΕΚ, η ανοχή στην αύξηση των απολύσεων και στα ιδιωτικά σχολεία φανερώνουν μια σαφή επιλογή ενίσχυσης της θέσης των εργοδοτών.
Την ίδια στιγμή στο χώρο των φροντιστηρίων Μ.Ε. έχει ξεκινήσει μια μάχη, με κατά τη γνώμη μας ευρύτερη σημασία, για την κατάργηση του θεσμού των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, μέσα από την κατάθεση αγωγής την περασμένη άνοιξη ενάντια στην κήρυξη της πανελλαδικής συλλογικής σύμβασης ως υποχρεωτικής, τη διαφαινόμενη ανάλογη αγωγή ενάντια στη νέα συλλογική σύμβαση για το νομό Αττικής, την επίκληση προβλήματος αντιπροσωπευτικότητας των εργοδοτικών σωματείων. Η μάχη αυτή, που συντονίζεται με το συνολικότερο αίτημα του ΣΕΒ για την αναίρεση του ισχύοντος καθεστώτος με τις διαιτησίες και την επίθεση ενάντια στις κλαδικές συμβάσεις που να λειτουργούν βελτιωτικά ως προς την ΕΓΣΕΕ.
ΟΙΕΛΕ: η συνενοχή στη σημερινή κατάσταση
Η ΟΙΕΛΕ δεν είναι μια τυχαία ομοσπονδία. Στηριγμένη σε μια ισχυρή παρουσία αριστερών εκπαιδευτικών ήταν στη μεταπολίτευση μια ιδιαίτερα μαχητική ομοσπονδία που συνδύασε τη λογική των μεγάλων και παρατεταμένων κινητοποιήσεων για την κατοχύρωση της εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με την προσπάθεια άρθρωσης ενός πιο συνολικού κριτικού λόγου για την εκπαίδευση. Άλλωστε, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η ΟΙΕΛΕ ήταν ένας συνδικαλιστικός χώρος όπου αρθρώθηκαν και στοιχεία μιας ριζοσπαστικής αριστερής κριτικής στην εκπαίδευση.
Αυτό τροφοδοτήθηκε και από μια βασική πολιτική επιλογή που υπήρξε τότε: την προβολή του στόχου της κατάργησης της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Σε αντίθεση με μια παραδοσιακή κριτική στο «μαξιμαλισμό», η ΟΙΕΛΕ είχε τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της (και τη μεγαλύτερη μαζικότητα) στην περίοδο στην οποία είχε και τις λιγότερο «ρεαλιστικές» διεκδικήσεις.
Όμως, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η συνολική αλλαγή στο συσχετισμό δύναμης οδήγησε σε μια σειρά από επιθέσεις ενάντια στην ΟΙΕΛΕ και τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, ενώ μεγάλο μέρος του πρωτοπόρου δυναμικού της αναγκάστηκε να κάνει χρήση της δυνατότητας να περάσει στο δημόσιο για να αποφύγει τον εργοδοτικό ρεβανσισμό.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 η πλειοψηφία της ΟΙΕΛΕ (ΠΑΣΟΚ - ΣΥΝ) αποφάσισε να διαλέξει τη «φαουστική» τακτική να στηρίξει πλήρως την κυρίαρχη πολιτική και συνολικά την ιδιωτική εκπαίδευση με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να εξασφάλιζε κάποιες ρυθμίσεις για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς: Αποδέχτηκε την ιδιωτική εκπαίδευση και την ανάγκη αναβάθμισής της και εγκατέλειψε ρητά το αίτημα κατάργησής της. Στήριξε πλήρως τη μεταρρύθμιση Αρσένη και εναντιώθηκε ουσιαστικά σε όλο το εκπαιδευτικό κίνημα. Όχι μόνο συμφώνησε με την αξιολόγηση χειραγώγηση, αλλά και προσπάθησε να διατυπώσει προτάσεις για την καλύτερη εφαρμογή της. Διατύπωσε την καινοφανή άποψη ότι κερδίζονται περισσότερα όταν δεν γίνονται κινητοποιήσεις.
Αυτό οδήγησε στην καθιέρωση του σημερινού καθεστώτος για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, που συχνά προβλήθηκε ως κατάκτηση. Μόνο που στην πραγματικότητα, οι ρυθμίσεις αυτές ουσιαστικά λειτουργούσαν ως υποχρεωτική ατομική εργασιακή ειρήνη για να μπορεί να ελπίζει ο καθηγητής να φτάσει στο όριο (εξαετία) της σύμβασης αορίστου χρόνου. Επιπλέον, η παροχή της δυνατότητας διορισμού στο δημόσιο σε περίπτωση απόλυσης μετά την εξαετία και όχι της συνέχισης της προστασίας από απολύσεις, σήμερα αποδεικνύεται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως θρυαλλίδα συνολικής ανατροπής των σχέσεων εργασίας, στο βαθμό που –και με ευθύνη της πλειοψηφίας της ΟΙΕΛΕ– προβλήθηκε κατεξοχήν ως τρόπος πρόσβασης στο δημόσιο και όχι ως μοχλός περιορισμού της εργοδοτικής αυθαιρεσίας.
Αποτέλεσμα αυτή της στάσης της πλειοψηφίας της ΟΙΕΛΕ είναι να αναπαράγονται μέσα στο χώρο των ιδιωτικών εκπαιδευτικών όχι αγωνιστικές στάσεις, αλλά νοοτροπίες ατομικής ανέλιξης, ανταγωνισμού, αποδοχής της απλήρωτης εξωδιδακτικής απασχόλησης προσκόλλησης σε εργοδοτικούς και κομματικούς κύκλους, οριακά ακόμη και συναλλαγής με τους εργοδότες για εικονικές απολύσεις, που απειλούν να κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα.
Αν θα θέλαμε να γενικεύσουμε θα λέγαμε ότι στον κλάδο μας αντιμετωπίζουμε μια από τις εντυπωσιακές εκδοχές σύγχρονου μεταλλαγμένου κυβερνητικού - εργοδοτικού συνδικαλισμού: Πλήρης αποδοχή της ανάγκης ανάπτυξης του συγκεκριμένου κλάδου και παραγωγή εκσυγχρονιστικών προτάσεων για τη βελτίωσή της. Συμπόρευση με την κυρίαρχη πολιτική αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης, σύνδεσης με την παραγωγή. Εσωτερίκευση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων και υποκατάσταση της διεκδίκησης από την συναλλαγή με το Υπουργείο ή την εργοδοσία. Ανταγωνισμός με το υπόλοιπο εκπαιδευτικοί κίνημα και υπονόμευση των εκπαιδευτικών κινητοποιήσεων. Ανοιχτή προσφορά στήριξης στις εκπαιδευτικές αναδιαρθρώσεις και παραγωγή τεχνοκρατικού λόγου γι’ αυτές.
Το πείραμα του ΣΕΦΚ: δοκιμάζοντας μια διαφορετική συνδικαλιστική κατεύθυνση
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα προσπαθούμε να αρθρώσουμε στο χώρο των φροντιστηρίων ένα διαφορετικό συνδικαλιστικό λόγο και πρακτική:
· Στηριζόμαστε στην αξιοπρέπεια των συναδέλφων γι’ αυτό που κάνουν. Σε ένα χώρο όπως τα φροντιστήρια, με άσχημες εργασιακές συνθήκες και την καθημερινή αναμέτρηση με την πίεση των εξετάσεων είναι εύκολο να πέσει κανείς είτε σε μια συνείδηση ήττας και προσωπικής αποτυχίας, είτε σε ένα φαύλο κύκλο αυτοοικτιρμού και ενοχής για τη συμμετοχή μας στην «παραπαιδεία». Εμείς απαντάμε με τη βασική πολιτική θέση ότι οι μισθωτοί καθηγητές φροντιστηρίων είναι εκπαιδευτικοί, που μπαίνουν στην τάξη με εκπαιδευτικό ρόλο, στηρίζονται σε παιδαγωγικές αρχές και απαιτούν ανάλογα δικαιώματα. Αυτός είναι και πραγματικός πυρήνας της θέσης για αναγνώριση της εκπαιδευτικής ιδιότητάς μας και την υπερασπιζόμαστε με κάθε τρόπο: Συγκρουόμενοι με κάθε είδους «φρονηματικές» παρεμβάσεις της εργοδοσίας στο έργο των διδασκόντων, αρνούμενοι τον εκμαυλισμό της αντιμετώπισης των μαθητών ως υποψήφιων «πελατών», επιμένοντας να αναφερόμαστε και σε παιδαγωγικές αρχές που διέπουν το σωματείο.
· Συγκρουόμαστε συνολικά με τη λογική της ιδιωτικής εκπαίδευσης, όχι μόνο σε επίπεδο γενικής καταγγελίας, αλλά –και κυρίως– γιατί το συνολικό διεκδικητικό μας πλαίσιο για ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων στα φροντιστήρια, θεσμική κατοχύρωση των εργαζόμενων, γενναίες μισθολογικές αυξήσεις και το οποίο αντικειμενικά συνεπάγεται μια άλλη ισορροπία ανάμεσα σε δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση. Επιμένουμε στο αίτημα της κατάργησης της ιδιωτικής εκπαίδευσης, αντίθετα από την ΟΙΕΛΕ, απαιτούμε ενίσχυση του εκπαιδευτικού έργου του δημόσιου σχολείου (μείωση των μαθητών ανά τμήμα, μαζικοί διορισμοί κ.λπ.)
· Ανοίγουμε τα θεσμικά αιτήματα και δεν μένουμε μόνο στον «συνδικαλιστικό κύκλο» της συλλογικής σύμβασης. Αυτό σήμερα παίρνει τρεις κατευθύνσεις: α) Το άνοιγμα του θέματος των συμβάσεων αορίστου χρόνου. β) Τη διεκδίκηση της βελτίωση της ασφαλιστικής μας κάλυψης από το ΙΚΑ. γ) Την απαίτηση για μισθολογική και θεσμική εξίσωση με τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς. Αυτή η προσπάθεια, που προφανώς απαιτεί και άλλη κλίμακα παρέμβασης και κινητοποίησης, σηματοδοτεί ακριβώς την κατεύθυνση μιας συνολικής παρέμβασης για τα συμφέροντα των εργαζόμενων, πέρα από τα όρια της απλής εργασιακής επιβίωσής του και αποτέλεσε κίνηση που έφερε περισσότερους συναδέλφους κοντά στο σωματείο.
· Παίρνουμε θέση στο θέμα των διορισμών. Αντισταθήκαμε στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και υπερασπιστήκαμε την επετηρίδα ως ένα δίκαιο και αδιάβλητο σύστημα διορισμών απέναντι στη λογική του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ και της μοριοδότησης, συμμετέχοντας ενεργά σε όλες τις κινητοποιήσεις σε αντιπαράθεση με συντεχνιακές λογικές (π.χ. σύλλογοι αναπληρωτών). Σε αυτές τις θέσεις επιμένουμε και σήμερα. Μόνο, που στο βαθμό που το κράτος αναγκάστηκε να αποδεχτεί πλάι στη βαθιά αντιδραστική και ανταγωνιστική λογική του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ τη δυνατότητα διορισμού στη βάση της προϋπηρεσίας (ουσιαστικά μια λογική επετηρίδας), εκτιμούμε ότι πρέπει να διεκδικήσουμε τη γενίκευση της έννοιας της εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας, ώστε να αυτή να συμπεριλάβει το σύνολο των εκπαιδευτικών χώρων. Το αίτημα της αναγνώρισης της προϋπηρεσίας συγκρούεται με την στρατηγική επιλογή της ΕΕ, του Μάαστριχτ και της Λευκής Βίβλου για συνεχείς κρίσεις των εργαζόμενων, με την αξιολόγηση στην εκπαίδευση από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς του ΥΠΕΠΘ, ή την πιστοποίηση. Το δικαίωμα του εργαζομένου να βελτιώνει την εργασιακή του θέση με κριτήριο τα χρόνια που εργάζεται και όχι το αν είναι αρεστός στον εργοδότη, αν πιστοποιείται από ISO ή αν περνάει από εξετάσεις είναι κατάκτηση του εργατικού κινήματος και δεν πρέπει να την απεμπολήσουμε.
· Περνάμε από τα λόγια στην πράξη. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που συναντούν όσοι παρεμβαίνουν στον ιδιωτικό τομέα είναι η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους τυπικούς όρους (της συλλογικής σύμβασης και της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας) και την πραγματική τήρηση. Απέναντι σε αυτό η προσπάθειά μας ήταν να δώσουμε μεγάλη έμφαση στην άμεση παρουσία και δράση για την εφαρμογή: Με συνεχείς καταγγελίες στις επιθεωρήσεις Εργασίας για κάθε παραβίαση της σύμβασης. Με στήριξη κάθε συναδέλφου που ήθελε να καταγγείλει ή να προσφύγει. Με συνεχείς εξορμήσεις σε φροντιστήρια που λειτουργούσαν σε ημέρες αργίας και δυναμικές παρεμβάσεις για να κλείσουν επί τόπου. Ως αποτέλεσμα υπάρχει τα τελευταία χρόνια ριζική βελτίωση στο θέμα των αργιών και αισθητή βελτίωση στους υπόλοιπους όρους των συμβάσεων. Είναι σαφές ότι εμείς αρνούμαστε τη λογική του σωματείου - σφραγίδα (στην οποία πολλές φορές πέφτει το ΚΚΕ) ή του σωματείου συσπείρωσης ενός πολιτικοποιημένου ακροαριστερού δυναμικού και μόνο. που αυτάρεσκα θα βγάζει μεγαλόστομες ανακοινώσεις, θα διαπραγματεύεται εικονικές συμβάσεις, θα καταγγέλλει γενικώς, αλλά θα απουσιάζει από τους χώρους δουλειάς.
· Δοκιμάζουμε ξανά τις μεγάλες κινητοποιήσεις, διοργανώνοντας για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια έγιναν συγκεντρώσεις του ΣΕΦΚ έξω από Υπουργεία, μια κίνηση που λίγα πια σωματεία του ιδιωτικού τομέα δοκιμάζουν.
· Πειραματιζόμαστε με τρόπους λειτουργίας του συλλόγου που να σπάνε τη λογική της εκπροσώπησης και τη de facto γραφειοκρατικοποίηση: λειτουργία συντονιστικού από συναδέλφους - εκπροσώπους μεγάλων μονάδων ή περιοχών, διεύρυνση της συντακτικής επιτροπής, προσπάθεια για διαρκή οριζόντια επικοινωνία με τους συλλόγους στην επαρχία, χωρίς τη μεσολάβηση της Ομοσπονδίας.
· Αναζητούμε νέους τρόπους ενημέρωσης των συναδέλφων: Με συνεχή αναβάθμιση της εφημερίδας του συλλόγου. Με ιστοσελίδα που ανανεώνεται συνεχώς. Με διοργάνωση ημερίδων
· Επιμένουμε στο συνολικό πολιτικό αλλά και μορφωτικό ρόλο του σωματείου. Παίρνοντας θέση σε μεγάλα ζητήματα (πόλεμος, οικονομική πολιτική, αυταρχισμός). Προσπαθώντας να αρθρώσουμε ένα πιο συνολικό κριτικό λόγο αμφισβήτησης της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας στο περιεχόμενο και την οργάνωση των σπουδών. Επιμένοντας να θεωρούμε ότι ανήκουμε και εμείς στο εκπαιδευτικό κίνημα έξω και πέρα από τεχνητούς διαχωρισμούς.
Προφανώς και δεν έχουμε πάψει να αποτελούμε ένα σχετικά μικρό σωματείο του ιδιωτικού τομέα. Όμως η αύξηση των μελών που εγγράφονται (έχοντας περίπου εγγεγραμμένο το 8-10% του πραγματικού αριθμού εργαζομένων στον κλάδο, όταν άλλα σωματεία με μεγάλη ιστορία έχουν πολύ μικρότερη κάλυψη - π.χ. Ιδιωτικοί υπάλληλοι), η μαζικοποίηση των συνελεύσεων, η ανανέωση του συλλόγου, το γεγονός ότι ακόμη και σε επίπεδο συλλογικών συμβάσεων έχουμε επιτυχίες (αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό ή τα όρια της ΕΓΣΕΕ, σταδιακή βελτίωση θεσμικών όρων κ.α.) φανερώνουν ότι σήμερα υπάρχουν δυνατότητες να υπάρξουν ξανά μάχιμες συνδικαλιστικές πρακτικές ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα
Η στρατηγική μας για τον κλάδο
Ο πυρήνας της κατεύθυνσης είναι η συνολική εναντίωση με την κατεύθυνση που αρθρώνεται σήμερα από την πλειοψηφία της ΟΙΕΛΕ και η αναζήτηση στοιχείων μιας σύγχρονης μάχιμης ριζοσπαστικής συνδικαλιστικής κατεύθυνσης συνολικά για το χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης.
Αυτό εξειδικεύεται στις εξής κατευθύνσεις
o Ρήξη με τη λογική της ιδιωτικής εκπαίδευσης έξω και πέρα από κάθε λογική ενίσχυσης στήριξής της.
o Συνολική αμφισβήτηση της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής, της ταξικής λειτουργίας του εκπαιδευτικού μηχανισμού (ιδεολογικής και κατανεμητικής), συνολική αντίθεση στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που εντείνουν την ταξική επιλογή, την πειθάρχηση, την τυποποίηση της διδακτικής πράξης, την εργασιακή ανασφάλεια και την ιδεολογική χειραγώγηση των εκπαιδευτικών. Προβολή των στόχων για ενιαίο 12χρονο σχολείο, για ριζική μείωση του αριθμού των παιδιών ανά τμήμα, για παιδαγωγική ελευθερία μέσα στο σχολείο και ρήξη με τις δεσμεύσεις του αναλυτικού προγράμματος και της κυρίαρχης ιδεολογίας, για μόνιμη και σταθερή εργασία μέσα και έξω από το δημόσιο σχολείο, για άρνηση του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ και των ελαστικών συστημάτων πρόσληψης.
o Άρνηση της λογικής των οικονομικών μονοδρόμων και της υποταγής στις τάσεις της αγοράς
o Πάλη ενάντια στην ελαστική εργασία στην ιδιωτική εκπαίδευση μέσα από δύο κομβικούς στόχους: α) Τη πάλη για απαγόρευση ή έστω ριζικό περιορισμό των απολύσεων στα ιδιωτικά σχολεία, ενάντια στην προσπάθεια των εργοδοτών να ανατρέψουν συνολικά τους όρους εργασίας. Απέναντι στην συμβιβαστική πολιτική της ΟΙΕΛΕ να «περισώσει» το ισχύον καθεστώς εν μέσω μαζικών απολύσεων, εμείς λέμε ότι τώρα είναι που πρέπει να διεκδικήσουμε ακόμη πιο αυστηρό καθεστώς για τις απολύσεις. β) Προβολή με κάθε τρόπο του αιτήματος για συμβάσεις αορίστου χρόνου στα φροντιστήρια, εκμετάλλευση κάθε δυνατότητας να έρθει στο προσκήνιο (π.χ. δικαστικές διεκδικήσεις).
o Εμμονή στην θεσμική εξίσωση ΟΛΩΝ των εργαζόμενων, μισθωτών εκπαιδευτικών της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Μπροστά στη δεδομένη γιγάντωση των κάθε είδους μορφών «άτυπης» απαιτούμε αναγνώριση όλων των εργαζόμενων στα φροντιστήρια ως εκπαιδευτικών, μισθολογική εξίσωσή τους με τους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς, αναγνώριση ΟΛΩΝ των δικαιωμάτων που έχουν οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί.
o Σπάσιμο της πλαστής διαχωριστικής γραμμής δημόσιου - ιδιωτικού θεωρώντας ότι το μαχόμενο εκπαιδευτικό κίνημα του δημοσίου είναι σήμερα οι πραγματικοί σύμμαχοι των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, και προβάλλοντας την ανάγκη για ένα πανεκπαιδευτικό ρεύμα σύγκρουσης με την κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική. Πόσο μάλλον που υπάρχουν και θέματα που εκ των πραγμάτων απαιτούν την κοινή πάλη, όπως η επέκταση των γκρίζων ζωνών της εργασιακής περιπλάνησης ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Γι’ αυτό και επιμένουμε στη συνεργασία με τους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς ενάντια στις ελαστικές μορφές απασχόλησης στο δημόσιο σχολείο.
o Προετοιμασία όρων για πραγματική κλιμάκωση των όρων αντιπαράθεσης με την κυβερνητική και εργοδοτική πολιτική μέσα από το σχεδιασμό απεργιακής κινητοποίησης για τα κλαδικά αιτήματα των καθηγητών φροντιστηρίων.
Για τη κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα και τις προοπτικές ενός ανεξάρτητου ταξικού ρεύματος
Τόσο η εμπειρία μέσα στην ΟΙΕΛΕ αλλά και οι συνολικότερες εξελίξεις στο εργατικό κίνημα δείχνουν τα πραγματικά όρια του υποταγμένου συνδικαλισμού και τη συνολικότερη πολιτική και ιδεολογική μετάλλαξή του. Η πλήρης εγκατάλειψη ακόμη και των τελευταίων «φύλλων συκής» ως προς τις γενικές διακηρύξεις περί εργατικών συμφερόντων, ο εναγκαλισμός όλου του ιδεολογικού οπλοστασίου της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας, της ανάπτυξης της «εθνικής οικονομίας», έρχεται να ολοκληρώσει τη συστηματική αποφυγή οποιασδήποτε ρήξης με την κυρίαρχη πολιτική, τις κινητοποιήσεις για την τιμή των όπλων, την με κάθε τρόπο αναζήτηση όρων εργασιακής ειρήνης (διετείς συλλογικές συμβάσεις). Και όλα αυτά, παρότι οι μεγάλες κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό έδειξαν ότι υπάρχει πραγματική αναζήτηση όρων και τρόπων συλλογικής διεκδίκησης ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα.
Είναι προφανές ότι όλα αυτά δεν θα πρέπει να αποδοθούν μόνο στην συνολική πολιτική μετατόπιση των βασικών κομματικών σχηματισμών στο συνδικαλιστικό κίνημα (την πλήρη ενσωμάτωση του ΠΑΣΟΚ σε ένα επιθετικό νεοφιλελεύθερο λόγο που συχνά υ