ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗ Β΄ΕΛΜΕ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ
 

Για τις κρίσεις των υποδιευθυντών
 

 

Δεν πρόλαβε να καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός από τις κρίσεις των διευθυντών, όπου η «αντικειμενικότητα», η «αξιοκρατία», η «ευθυκρισία», η «δικαιοκρισία» και προ πάντων η «διαφάνεια» συγκλόνισαν τον εκπαιδευτικό κόσμο και άφησαν για τις μελλούμενες γενιές ένα μέτρο σύλληψης των προαναφερμένων εννοιών, άρχισε ο δεύτερος γύρος με τις κρίσεις των υποδιευθυντών, τις νέες καταγγελίες, και τις νέες «παρακαταθήκες σε διαφάνεια» και τα λοιπά.
Αν – με βάση μάλιστα καταγγελίες συναδέλφων – ό,τι καταδικάσαμε ως πρακτική στα ΠΥΣΔΕ, τα μαγειρέματα, τις μεθοδεύσεις, τις υπόγειες διαβουλεύσεις, και τις εκ του πλαγίου πριμοδοτήσεις, μεταφέρονται και μέσα στους συλλόγους διδασκόντων, τότε σημαίνει ότι απεμπολούμε μόνοι μας και συνειδητά κάθε έννοια αξιοπρέπειας και εσωτερικής δημοκρατίας.
Για την Αγωνιστική Παρέμβαση στη Β’ ΕΛΜΕ Δωδεκανήσου ισχύουν και τώρα, αυτά που ίσχυαν πάντα.
• Η πυραμιδωτή ιεραρχία στην εκπαίδευση – με όρους μάλιστα ημετεροκρατίας και εμπεδωμένου κομματισμού – έχει συμπιέσει το σύλλογο των διδασκόντων σε ρόλο καταθλιπτικής διεκπεραίωσης αλληλοαναιρούμενων και αντιφατικών εντολών σε όλα τα επίπεδα της σχολικής ζωής.
• Οι επιφάσεις δημοκρατίας, από τις εκδρομές έως την γνωμοδότηση στις επιλογές υποδιευθυντών, όχι μόνο δεν κατοχυρώνουν καμιά ουσιαστική συμμετοχή του συλλόγου, αλλά αντίθετα υποτιμούν το σημαντικότερο συντελεστή της – το δάσκαλο – α) γιατί είναι ως προς την ουσία τους υποτυπώδεις και β) γιατί καταλήγουν, ως προς την εφαρμογή τους, αντικείμενο πολλαπλής χειραγώγησης.
• Τα υπηρεσιακά συμβούλια, από τη σύνθεσή τους ως τη λειτουργία τους απέδειξαν ότι αποτελούν τον εντολοδόχο και διεκπεραιωτή προειλημμένων αποφάσεων.
• Καμιά «συνέντευξη» δεν μπορεί να θεωρηθεί εργαλείο αντικειμενικής κρίσης μέσα σε συνθήκες στοχευμένου υποκειμενισμού και αδιαφανών διαδικασιών.
• Για τον κόσμο της μαχόμενης εκπαίδευσης, ζητούμενο αποτελεί η σχολική αίθουσα και η συλλογική δράση και όχι το σχολικό γραφείο. Καμία ψευδαίσθηση για δυνατότητα βελτίωσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, μέσα από τους διευθυντικούς θώκους. Σεβόμαστε την επιθυμία συναδέλφων να διεκδικούν διευθυντικές θέσεις, ωστόσο δε συμμεριζόμαστε τις ψευδαισθήσεις τους.
• Θεωρούμε ασύμβατη τη συνδικαλιστική δράση με την επιδίωξη διοικητικής θέσης.
Ζητάμε:
1. Ουσιαστική και θεσμικά κατοχυρωμένη συμμετοχή του συλλόγου διδασκόντων σε όλα τα επίπεδα της σχολικής ζωής, με στόχο την πραγματική δημοκρατία στο σχολείο, χωρίς χειραγωγήσεις και αποκλεισμούς.
2. Αποφασιστική κατά μεγάλο μέρος και όχι μόνο γνωμοδοτική συμμετοχή του συλλόγου διδασκόντων στην κρίση διευθυντών, υποδιευθυντών, με καθαρές και διαφανείς διαδικασίες.
3. Υποδιευθυντές σε όλες τις σχολικές μονάδες, ανεξαρτήτως του αριθμού τμημάτων.
4. Οι διευθυντές και υποδιευθυντές να έχουν ως θεσμικό ρόλο το συντονισμό της σχολικής ζωής σε διαρκή και ισότιμη συνεργασία με το σύλλογο των διδασκόντων.
5. Κατάργηση της συνέντευξης
6. Δημοσιοποίηση των πράξεων των Π.Υ.Σ.Δ.Ε.

Τέλος, διακηρύσσουμε με όλους τους τρόπους πως η Δημόσια Εκπαίδευση δεν πάσχει από την έλλειψη μιας ακόμη επίφασης, τη μετατροπή του συλλόγου διδασκόντων σε ένα όργανο ψευτοδημοκρατίας και υπόγειων συναινέσεων, που θα «αθωώνει» μάλιστα προειλημμένες αποφάσεις, αντικείμενο μεθοδεύσεων και συναλλαγών.
Θέλουμε το τελευταίο οχυρό μας – το σύλλογο διδασκόντων – θεσμό κατοχύρωσης της εκπαιδευτικής αξιοπρέπειας και της συναδελφικής αλληλεγγύης.